Τρίτη 25 Μαρτίου 2008
Γίνομαι περιηγητής στην πόλη μου
Είμαστε το Β4 του 6ου Γυμνασίου Ευόσμου και αποτελούμε την περιβαλλοντική ομάδα του σχολείου μας. Μέσα στα πλαίσια του προγράμματος περιβαλλοντικής εκπαίδευσης που υλοποιούμε, γίναμε περιηγητές στην πόλη μας, τη Θεσσαλονίκη, και ξεκινήσαμε να τη γνωρίσουμε καλύτερα. Επιλέξαμε έξι μνημεία-σημεία της που αποτελούν και σταθμούς στην πορεία της μέσα στο χρόνο. Χωριστήκαμε σε έξι ομάδες και καθεμιά εργἀστηκε με ένα από τα μνημεία. Συγκέντρωσε στοιχεία που αφορούσαν την αρχιτεκτονική, την ιστορία, τη χρήση του μνημείου και προετοιμάστηκε για να ενημερώσει τις υπόλοιπες ομάδες κατά την επίσκεψη στο μνημείο. Οι επισκέψεις μας ήταν σα μικρά ταξίδια στο χθες του τόπου μας. Τριγυρίσαμε, παρατηρήσαμε, μετρήσαμε, συγκρίναμε και κρίναμε τον τρόπο που η σύγχρονη πόλη "βλέπει" τα μνημεία της. Η περιήγησή μας συνεχίζεται και αποτυπώνεται σε αυτό το ιστολόγιο.
Ροτόντα


ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ
Η Θεσσαλονίκη ιδρύθηκε το 316 π.Χ. στη θέση ενός προϊστορικού οικισμού της εποχής του 2300 π.Χ. από τον Κάσσανδρο, βασιλιά της Μακεδονίας, και πήρε το όνομά της από τη γυναίκα του και αδερφή του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Από τότε η Θεσσαλονίκη έγινε πρωτεύουσα της Μακεδονίας.
Η ιστορία της Θεσσαλονίκης σχηματικά διαιρείται σε πέντε περιόδους. Την ελληνιστική, τη ρωμαϊκή, τη βυζαντινή, την περίοδο της τουρκοκρατίας και τη σύγχρονη ελληνική.
Κατά την ελληνιστική περίοδο ανεγείρονται τα περιμετρικά τείχη και αυτά της ακρόπολης, οργανώνεται το κοινοτικό σύστημα αυτοδιοίκησης, εγκαθίστανται οι πρώτοι Ιουδαίοι και εισάγονται ξένες θρησκευτικές λατρείες, κυρίως από την Αίγυπτο.
Το 168 π.Χ. υποτάσσεται στους Ρωμαίους και γίνεται πρωτεύουσα του διοικητικού αυτόνομου τμήματος που περιλάμβανε την περιοχή από τον Αξιό ως το Στρυμόνα ποταμό. Το 148 π.Χ. η Μακεδονία ανακηρύσσεται ρωμαϊκή επαρχία. Γύρω στα 300 μ.Χ. κατασκευάζεται το Γαλεριανό συγκρότημα από τον Καίσαρα Γαλέριο που περιελάμβανε τα ανάκτορα, ένα οκταγωνικό κτίσμα, τη Ροτόντα, τον Ιππόδρομο και την Καμάρα.
Ο Χριστιανισμός εδραιώνεται μετά το κήρυγμα του Απ. Παύλου και το 305 μ.Χ. αποκτά έναν άγιο, τον Άγιο Δημήτριο.
Η βυζαντινή περίοδος αρχίζει το 330 μ.Χ. με τη μεταφορά της πρωτεύουσας του ρωμαϊκού κράτους από τη Ρώμη στην Κωνσταντινούπολη. Η Θεσσαλονίκη εξελίσσεται στο δεύτερο μεγάλο διοικητικό κέντρο της αυτοκρατορίας. Περίοδος ανάπτυξης με λαμπρά κτίσματα, όπως ο Ναός της Αχειροποίητου και του Αγίου Δημητρίου.
Στα τέλη του 5ου αι. ακολουθούν οι ονομαζόμενοι σκοτεινοί αιώνες με τις συνεχείς επιδρομές των Οστρογότθων, Αβάρων, Ούνων και Σλάβων. Το 620 η πόλη συγκλονίζεται από σεισμό και τα αποτελέσματά του , δραματικά για τους κατοίκους , μετατρέπουν την πόλη από μια παλαιοχριστιανική πόλη με μεγάλα οικοδομήματα σε πρωτοβυζαντινή με συρρίκνωση του πολεοδομικού της ιστού. Την εποχή αυτή κτίζεται και ο ναός της Αγίας Σοφίας. Το 904 οι Σαρακηνοί σε μόνο 3 μέρες λεηλατούν και καταλαμβάνουν τη Θεσσαλονίκη.
Κατά τον 11ο αι. η Θεσσαλονίκη αντιμετωπίζει τις βουλγαρικές επιδρομές, ενός λαού που προσπαθεί να αποδεσμευτεί από τη βυζαντινή κηδεμονία. Ο χώρος της Μακεδονίας γίνεται πεδίο ανταγωνισμού τόσο των μεγάλων δυνάμεων όσο και των βαλκανικών κρατών.
Η Θεσσαλονίκη κατακτήθηκε από τους Οθωμανούς το 1430 και παρέμεινε υπό τον τουρκικό ζυγό περίπου πέντε αιώνες, 1430-1912.
Το 1895 οι οργανώσεις των βουλγάρων ανταρτών της Μακεδονίας προσπαθούν να επηρεάσουν τους πληθυσμούς της Μακεδονίας ακόμη και με τη βία.
Μεταξύ 1904-1908 διεξάγεται ο Μακεδονικός Αγώνας, κατά τον οποίο οι Έλληνες κάνουν διμέτωπο αγώνα εναντίον των Τούρκων και των Βουλγάρων, καθοδηγούμενο από το ελληνικό Προξενείο Θεσσαλονίκης.
Το 1908 η επανάσταση των Νεότουρκων σταματά τις συγκρούσεις Ελλήνων – Βουλγάρων. Με τη συνθήκη του Βουκουρεστίου 1-8-1913 επισφραγίζει την ενσωμάτωση της Θεσσαλονίκης στην Ελλάδα.
Το 1912 η Θεσσαλονίκη ήταν πάλι ελεύθερη να συνεχίσει την πορεία της στην ιστορία.
Στις 17-8-1916 εκδηλώνεται στη Θεσσαλονίκη το κίνημα της Εθνικής Αμύνης και σχηματίζεται προσωρινή κυβέρνηση με Βενιζέλο-Δαγκλή- Κουντουριώτη.
Το 1917 μια καταστροφική φωτιά που ξεσπά καταστρέφει το μεγαλύτερο μέρος του κέντρου της πόλης κι ένα μεγάλο μέρος της κληρονομιάς της.
Το 1922-1924 φέρνει τις ανταλλαγές πληθυσμών που ακολούθησαν την καταστροφική ήττα του ελληνικού στρατού στην Μ. Ασία. Οι Έλληνες που εκδιώχθηκαν από τη Μ. Ασία ήρθαν κι εγκαταστάθηκαν στην ελληνική Μακεδονία.
Το 1925-26 αρχίζει να λειτουργεί η Ελεύθερη ζώνη στο λιμάνι τονώνοντας την εμπορική κίνηση, το 1926 λειτουργεί η 1η Διεθνής ΄Έκθεση Θεσσαλονίκης και ιδρύεται και λειτουργεί το Πανεπιστήμιο. Κατά τον Β Παγκόσμιο πόλεμο η πείνα το 1941-42 αποδεκατίζει τον πληθυσμό. Τραγική μοίρα έχουν όμως και οι Ισραηλίτες της πόλης. Πάνω από 46.000 Εβραίοι οδηγούνται στα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης, απ΄ όπου ελάχιστοι επιζούν.
Η Θεσσαλονίκη ιδρύθηκε το 316 π.Χ. στη θέση ενός προϊστορικού οικισμού της εποχής του 2300 π.Χ. από τον Κάσσανδρο, βασιλιά της Μακεδονίας, και πήρε το όνομά της από τη γυναίκα του και αδερφή του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Από τότε η Θεσσαλονίκη έγινε πρωτεύουσα της Μακεδονίας.
Η ιστορία της Θεσσαλονίκης σχηματικά διαιρείται σε πέντε περιόδους. Την ελληνιστική, τη ρωμαϊκή, τη βυζαντινή, την περίοδο της τουρκοκρατίας και τη σύγχρονη ελληνική.
Κατά την ελληνιστική περίοδο ανεγείρονται τα περιμετρικά τείχη και αυτά της ακρόπολης, οργανώνεται το κοινοτικό σύστημα αυτοδιοίκησης, εγκαθίστανται οι πρώτοι Ιουδαίοι και εισάγονται ξένες θρησκευτικές λατρείες, κυρίως από την Αίγυπτο.
Το 168 π.Χ. υποτάσσεται στους Ρωμαίους και γίνεται πρωτεύουσα του διοικητικού αυτόνομου τμήματος που περιλάμβανε την περιοχή από τον Αξιό ως το Στρυμόνα ποταμό. Το 148 π.Χ. η Μακεδονία ανακηρύσσεται ρωμαϊκή επαρχία. Γύρω στα 300 μ.Χ. κατασκευάζεται το Γαλεριανό συγκρότημα από τον Καίσαρα Γαλέριο που περιελάμβανε τα ανάκτορα, ένα οκταγωνικό κτίσμα, τη Ροτόντα, τον Ιππόδρομο και την Καμάρα.
Ο Χριστιανισμός εδραιώνεται μετά το κήρυγμα του Απ. Παύλου και το 305 μ.Χ. αποκτά έναν άγιο, τον Άγιο Δημήτριο.
Η βυζαντινή περίοδος αρχίζει το 330 μ.Χ. με τη μεταφορά της πρωτεύουσας του ρωμαϊκού κράτους από τη Ρώμη στην Κωνσταντινούπολη. Η Θεσσαλονίκη εξελίσσεται στο δεύτερο μεγάλο διοικητικό κέντρο της αυτοκρατορίας. Περίοδος ανάπτυξης με λαμπρά κτίσματα, όπως ο Ναός της Αχειροποίητου και του Αγίου Δημητρίου.
Στα τέλη του 5ου αι. ακολουθούν οι ονομαζόμενοι σκοτεινοί αιώνες με τις συνεχείς επιδρομές των Οστρογότθων, Αβάρων, Ούνων και Σλάβων. Το 620 η πόλη συγκλονίζεται από σεισμό και τα αποτελέσματά του , δραματικά για τους κατοίκους , μετατρέπουν την πόλη από μια παλαιοχριστιανική πόλη με μεγάλα οικοδομήματα σε πρωτοβυζαντινή με συρρίκνωση του πολεοδομικού της ιστού. Την εποχή αυτή κτίζεται και ο ναός της Αγίας Σοφίας. Το 904 οι Σαρακηνοί σε μόνο 3 μέρες λεηλατούν και καταλαμβάνουν τη Θεσσαλονίκη.
Κατά τον 11ο αι. η Θεσσαλονίκη αντιμετωπίζει τις βουλγαρικές επιδρομές, ενός λαού που προσπαθεί να αποδεσμευτεί από τη βυζαντινή κηδεμονία. Ο χώρος της Μακεδονίας γίνεται πεδίο ανταγωνισμού τόσο των μεγάλων δυνάμεων όσο και των βαλκανικών κρατών.
Η Θεσσαλονίκη κατακτήθηκε από τους Οθωμανούς το 1430 και παρέμεινε υπό τον τουρκικό ζυγό περίπου πέντε αιώνες, 1430-1912.
Το 1895 οι οργανώσεις των βουλγάρων ανταρτών της Μακεδονίας προσπαθούν να επηρεάσουν τους πληθυσμούς της Μακεδονίας ακόμη και με τη βία.
Μεταξύ 1904-1908 διεξάγεται ο Μακεδονικός Αγώνας, κατά τον οποίο οι Έλληνες κάνουν διμέτωπο αγώνα εναντίον των Τούρκων και των Βουλγάρων, καθοδηγούμενο από το ελληνικό Προξενείο Θεσσαλονίκης.
Το 1908 η επανάσταση των Νεότουρκων σταματά τις συγκρούσεις Ελλήνων – Βουλγάρων. Με τη συνθήκη του Βουκουρεστίου 1-8-1913 επισφραγίζει την ενσωμάτωση της Θεσσαλονίκης στην Ελλάδα.
Το 1912 η Θεσσαλονίκη ήταν πάλι ελεύθερη να συνεχίσει την πορεία της στην ιστορία.
Στις 17-8-1916 εκδηλώνεται στη Θεσσαλονίκη το κίνημα της Εθνικής Αμύνης και σχηματίζεται προσωρινή κυβέρνηση με Βενιζέλο-Δαγκλή- Κουντουριώτη.
Το 1917 μια καταστροφική φωτιά που ξεσπά καταστρέφει το μεγαλύτερο μέρος του κέντρου της πόλης κι ένα μεγάλο μέρος της κληρονομιάς της.
Το 1922-1924 φέρνει τις ανταλλαγές πληθυσμών που ακολούθησαν την καταστροφική ήττα του ελληνικού στρατού στην Μ. Ασία. Οι Έλληνες που εκδιώχθηκαν από τη Μ. Ασία ήρθαν κι εγκαταστάθηκαν στην ελληνική Μακεδονία.
Το 1925-26 αρχίζει να λειτουργεί η Ελεύθερη ζώνη στο λιμάνι τονώνοντας την εμπορική κίνηση, το 1926 λειτουργεί η 1η Διεθνής ΄Έκθεση Θεσσαλονίκης και ιδρύεται και λειτουργεί το Πανεπιστήμιο. Κατά τον Β Παγκόσμιο πόλεμο η πείνα το 1941-42 αποδεκατίζει τον πληθυσμό. Τραγική μοίρα έχουν όμως και οι Ισραηλίτες της πόλης. Πάνω από 46.000 Εβραίοι οδηγούνται στα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης, απ΄ όπου ελάχιστοι επιζούν.
ΡΟΤΟΝΤΑ
Η ονομασία
Ο Θεοχαρίδης διατύπωσε την άποψη ότι ο ναός ήταν αφιερωμένος στη μνήμη των «Ασωμάτων ή Αρχαγγέλων» γι αυτό ολόκληρη η συνοικία ονομάστηκε «γειτονιά των Ασωμάτων». Το σημερινό όνομα»Άγιος Γεώργιος» το χρωστάει ο ναός στο μικρό εκκλησάκι που βρίσκεται απέναντι από τη δυτική του είσοδο. Μετά το 1591 ο ναός λεγόταν Horta, Efendi Camini και Mytropoliye ή και παλιά Μητρόπολις. Το όνομα «Ροτόντα» το συναντάμε σε κείμενα περιηγητών του 18ου και 19ου αιώνα.
Η αρχιτεκτονική
Η Ροτόντα ανήκει στα περίκεντρα οικοδομήματα, σε αυτά δηλαδή που είναι κτισμένα γύρω από ένα νοητό κέντρο και καλύπτονται από θόλο ή ξύλινη κωνική στέγη. Η αρχική δομή της Ροτόντας ήταν πολύ απλή. Ένα κυλινδρικό σχήμα με ημισφαιρικό θόλο. Οι τοίχοι αποτελούνταν από επάλληλες σειρές πλίνθων, που εναλλάσσονται με πλατιές ζώνες αργών λίθων. Το συνδετικό υλικό είναι ισχυρό κεραμοκονίασμα. Η είσοδος του κτηρίου κατά τα ρωμαϊκά χρόνια ήταν στη νότια κάμαρα. Η εσωτερική κυκλική αίθουσα έχει διάμετρο 25,5μ. και ύψος από δάπεδο ως το τρούλο 29,8μ. Στη βάση του τρούλου διακρίνεται μια ζώνη με οκτώ ημικυκλικά ανοίγματα, τα οποία συνεισφέρουν στο φώτισμο του κτηρίου. Στο τρούλο υπάρχει ένα κλείδι του οποίου το οπαίο ενισχύει το φωτισμό και χρησίμευε για εξαερισμό. Οι κόγχες που υπήρχαν είχαν μέσα λατρευτικά αγάλματα. Όταν οι Χριστιανοί παρέλαβαν το ναό πρόσθεσαν το ιερό στην ανατολική καμάρα. Το ιερό μπορούμε να το δούμε ακόμη και σήμερα.
Η Ροτόντα ανήκει στα περίκεντρα οικοδομήματα, σε αυτά δηλαδή που είναι κτισμένα γύρω από ένα νοητό κέντρο και καλύπτονται από θόλο ή ξύλινη κωνική στέγη. Η αρχική δομή της Ροτόντας ήταν πολύ απλή. Ένα κυλινδρικό σχήμα με ημισφαιρικό θόλο. Οι τοίχοι αποτελούνταν από επάλληλες σειρές πλίνθων, που εναλλάσσονται με πλατιές ζώνες αργών λίθων. Το συνδετικό υλικό είναι ισχυρό κεραμοκονίασμα. Η είσοδος του κτηρίου κατά τα ρωμαϊκά χρόνια ήταν στη νότια κάμαρα. Η εσωτερική κυκλική αίθουσα έχει διάμετρο 25,5μ. και ύψος από δάπεδο ως το τρούλο 29,8μ. Στη βάση του τρούλου διακρίνεται μια ζώνη με οκτώ ημικυκλικά ανοίγματα, τα οποία συνεισφέρουν στο φώτισμο του κτηρίου. Στο τρούλο υπάρχει ένα κλείδι του οποίου το οπαίο ενισχύει το φωτισμό και χρησίμευε για εξαερισμό. Οι κόγχες που υπήρχαν είχαν μέσα λατρευτικά αγάλματα. Όταν οι Χριστιανοί παρέλαβαν το ναό πρόσθεσαν το ιερό στην ανατολική καμάρα. Το ιερό μπορούμε να το δούμε ακόμη και σήμερα.
Η επίσκεψη
Η πρώτη μας επίσκεψη στα πλαίσια της περιβαλλοντικής ξεκινάει σήμερα. Το πρωί, στις εννιά παρά τέταρτο, αφήσαμε το σχολείο και ξεκινήσαμε, με το λεωφορείο για τον πρώτο προορισμό μας, τη Ροτόντα.
Θέμα της περιβαλλοντικής ομάδας του σχολείου μας είναι η πόλη μας, η Θεσσαλονίκη και η πορεία της μέσα στον χρόνο. Αφετηρία της περιήγησής μας αποτελεί η Ροτόντα.
Η διαδρομή στο λεωφορείο ήταν γεμάτη φωνές και συζητήσεις, αστεία και με ενθουσιασμό για την επίσκεψή μας.
Μόλις φτάσαμε στη Ροτόντα, η πρώτη ομάδα, που είναι και υπεύθυνη για αυτό το μνημείο, μας έκανε μια μικρή στην ιστορία της πόλης, πώς χτίστηκε, από πού πήρε το όνομά της και από πότε χρονολογείται. Έπειτα μας παρουσίασαν το υλικό που βρήκαν για τη Ροτόντα και μας ξενάγησαν δίνοντάς μας πληροφορίες.
Αφού τελείωσαν τα παιδιά την παρουσίαση, οι καθηγήτριές μας, μας μοίρασαν εργασίες και αρχίσαμε εξερεύνηση.
Οι επισκέπτες
Ο περισσότερος κόσμος επισκέπτεται το μνημείο το καλοκαίρι.
Οι περισσότεροι επισκέπτες είναι ξένοι τουρίστες αλλά και ντόπιοι επισκέπτονται τακτικά το μνημείο. Το μνημείο δεν το επισκέπτονται πολλά σχολεία. Τα περισσότερα το επισκέπτονται μέσα στα πλαίσια περιβαλλοντικών προγραμμάτων.
Η πρώτη μας επίσκεψη στα πλαίσια της περιβαλλοντικής ξεκινάει σήμερα. Το πρωί, στις εννιά παρά τέταρτο, αφήσαμε το σχολείο και ξεκινήσαμε, με το λεωφορείο για τον πρώτο προορισμό μας, τη Ροτόντα.
Θέμα της περιβαλλοντικής ομάδας του σχολείου μας είναι η πόλη μας, η Θεσσαλονίκη και η πορεία της μέσα στον χρόνο. Αφετηρία της περιήγησής μας αποτελεί η Ροτόντα.
Η διαδρομή στο λεωφορείο ήταν γεμάτη φωνές και συζητήσεις, αστεία και με ενθουσιασμό για την επίσκεψή μας.
Μόλις φτάσαμε στη Ροτόντα, η πρώτη ομάδα, που είναι και υπεύθυνη για αυτό το μνημείο, μας έκανε μια μικρή στην ιστορία της πόλης, πώς χτίστηκε, από πού πήρε το όνομά της και από πότε χρονολογείται. Έπειτα μας παρουσίασαν το υλικό που βρήκαν για τη Ροτόντα και μας ξενάγησαν δίνοντάς μας πληροφορίες.
Αφού τελείωσαν τα παιδιά την παρουσίαση, οι καθηγήτριές μας, μας μοίρασαν εργασίες και αρχίσαμε εξερεύνηση.
Οι επισκέπτες
Ο περισσότερος κόσμος επισκέπτεται το μνημείο το καλοκαίρι.
Οι περισσότεροι επισκέπτες είναι ξένοι τουρίστες αλλά και ντόπιοι επισκέπτονται τακτικά το μνημείο. Το μνημείο δεν το επισκέπτονται πολλά σχολεία. Τα περισσότερα το επισκέπτονται μέσα στα πλαίσια περιβαλλοντικών προγραμμάτων.
Ομάδα 1: Μαντζανίδης Δημήτρης, Μήττας Παύλος,
Μελισσόπουλος Τάσος, Λεονταρίδου Σοφία,
Μαρτινιούκ Νίνα
Παναγία Αχειροποίητος
Ο ναός της Αχειροποιήτου βρίσκεται στο κέντρο της παλιάς πόλης της Θεσσαλονίκης, μεταξύ της Αρχαίας Αγοράς και της Ροτόντας, παράπλευρα και βόρεια της οδού Εγνατία.
Είναι ξυλόστεγη, τρίκλιτη βασιλική "ελληνιστικού" τύπου και αποτελεί, μαζί με τους ναούς της Θεσσαλονίκης Άγιο Δημήτριο και Αγία Σοφία χαρακτηριστικό δείγμα της παλιοχριστιανικής ναοδομίας.
Εξωτερικά το κτίσμα είναι λιτό και απέριττο, με τους όγκους του συμμετρικά τοποθετημένους προς τον κατά την έννοια του μήκους άξονα. Το μεσαίο κλίτος, διαστάσεων 37μ. (μήκος) και 15,5μ. (πλάτος), υψώνεται πιο πάνω από τα δύο πλάγια και δίνει έτσι τη δυνατότητα να φωτιστεί το εσωτερικό του ναού και τα υπερώα, με τα "τρίλοβα" ή "πολύλοβα" παράθυρα που δημιουργούνται στους περιμετρικούς τοίχους. Ο καλός αυτός εσωτερικός φωτισμός είναι χαρακτηριστικό γνώρισμα των εκκλησιαστικών κτισμάτων της περιόδου του 4ου και 5ου αιώνα (πρωτοχριστιανική εποχή), κατά την οποία κυριάρχησε στην αυτοκρατορία ο Χριστιανισμός, σαν επίσημη θρησκεία και ιδεολογία.
Αρχικά ο ναός είχε, προς τη δυτική πλευρά, εξωνάρθηκα από τον οποίο μόνο ίχνη σώζονται σήμερα. Ακόμα θεωρείται βέβαιο πως μπροστά από τον εξωνάρθηκα, στο χώρο του σημερινού πάρκου των Μακεδονομάχων, υπήρχε μία τετράγωνη αυλή με "περιστύλιο" (αίθριο), όπως στο ναό του Αγίου Δημητρίου.
Εσωτερικά ο νάρθηκας, που διαμορφώνεται κάθετα προς τα τρία κλίτη, επικοινωνεί με τον κυρίως ναό με τρεις θύρες, από τις οποίες η μεσαία είναι "τρίβηλος" (τριπλή) και έκλεινε παλιά με κουρτίνες ("βήλα"), όπως συχνά απεικονίζεται σε βυζαντινές παραστάσεις. Τα δύο πλάγια κλίτη διαχωρίζονται από το κεντρικό με δύο μαρμάρινες κιονοστοιχείες με "κορινθιάζοντα" κιονόκρανα φύλλων ακάνθου. Πάνω από τις κιονοστοιχείες του ισογείου, στα υπερώα, υπάρχουν άλλες αντίστοιχες κιονοστοιχίες, έτσι ώστε ο όλος χώρος εσωτερικά να γίνεται περισσότερο ανάλαφρος, ενώ συμβάλλει σε αυτό και ο άπλετος φωτισμός που προέρχεται από πλάγια παράθυρα του μνημείου.
Στο μέσο της νότιας πλευράς (εξωτερικά) υπάρχει ένα μικρό παρεκκλήσι-βαπτιστήριο. Άλλο ένα παρόμοιο υπάρχει στο τέλος του βόρειου κλίτους, παράπλευρα από την κόγχη του ιερού, που κυριαρχεί σαν αρχιτεκτονικό στοιχείο σε ολόκληρη την ανατολική όψη του κτίσματος. Κάτοψη του ναού της Αχειροποιήτου Θεσσαλονίκης. Μπρος από τον εγκάρσιο νάρθηκα διακρίνονται ίχνη κατασκευών του εξωνάρθηκα που δεν σώζεται σήμερα. Δεξιά το μικρό βαπτιστήριο και πάνω αριστερά, στο τέρμα του βόρειου κλίτους, ένα παρεκκλήσι.
Είναι ξυλόστεγη, τρίκλιτη βασιλική "ελληνιστικού" τύπου και αποτελεί, μαζί με τους ναούς της Θεσσαλονίκης Άγιο Δημήτριο και Αγία Σοφία χαρακτηριστικό δείγμα της παλιοχριστιανικής ναοδομίας.
Εξωτερικά το κτίσμα είναι λιτό και απέριττο, με τους όγκους του συμμετρικά τοποθετημένους προς τον κατά την έννοια του μήκους άξονα. Το μεσαίο κλίτος, διαστάσεων 37μ. (μήκος) και 15,5μ. (πλάτος), υψώνεται πιο πάνω από τα δύο πλάγια και δίνει έτσι τη δυνατότητα να φωτιστεί το εσωτερικό του ναού και τα υπερώα, με τα "τρίλοβα" ή "πολύλοβα" παράθυρα που δημιουργούνται στους περιμετρικούς τοίχους. Ο καλός αυτός εσωτερικός φωτισμός είναι χαρακτηριστικό γνώρισμα των εκκλησιαστικών κτισμάτων της περιόδου του 4ου και 5ου αιώνα (πρωτοχριστιανική εποχή), κατά την οποία κυριάρχησε στην αυτοκρατορία ο Χριστιανισμός, σαν επίσημη θρησκεία και ιδεολογία.
Αρχικά ο ναός είχε, προς τη δυτική πλευρά, εξωνάρθηκα από τον οποίο μόνο ίχνη σώζονται σήμερα. Ακόμα θεωρείται βέβαιο πως μπροστά από τον εξωνάρθηκα, στο χώρο του σημερινού πάρκου των Μακεδονομάχων, υπήρχε μία τετράγωνη αυλή με "περιστύλιο" (αίθριο), όπως στο ναό του Αγίου Δημητρίου.
Εσωτερικά ο νάρθηκας, που διαμορφώνεται κάθετα προς τα τρία κλίτη, επικοινωνεί με τον κυρίως ναό με τρεις θύρες, από τις οποίες η μεσαία είναι "τρίβηλος" (τριπλή) και έκλεινε παλιά με κουρτίνες ("βήλα"), όπως συχνά απεικονίζεται σε βυζαντινές παραστάσεις. Τα δύο πλάγια κλίτη διαχωρίζονται από το κεντρικό με δύο μαρμάρινες κιονοστοιχείες με "κορινθιάζοντα" κιονόκρανα φύλλων ακάνθου. Πάνω από τις κιονοστοιχείες του ισογείου, στα υπερώα, υπάρχουν άλλες αντίστοιχες κιονοστοιχίες, έτσι ώστε ο όλος χώρος εσωτερικά να γίνεται περισσότερο ανάλαφρος, ενώ συμβάλλει σε αυτό και ο άπλετος φωτισμός που προέρχεται από πλάγια παράθυρα του μνημείου.
Στο μέσο της νότιας πλευράς (εξωτερικά) υπάρχει ένα μικρό παρεκκλήσι-βαπτιστήριο. Άλλο ένα παρόμοιο υπάρχει στο τέλος του βόρειου κλίτους, παράπλευρα από την κόγχη του ιερού, που κυριαρχεί σαν αρχιτεκτονικό στοιχείο σε ολόκληρη την ανατολική όψη του κτίσματος. Κάτοψη του ναού της Αχειροποιήτου Θεσσαλονίκης. Μπρος από τον εγκάρσιο νάρθηκα διακρίνονται ίχνη κατασκευών του εξωνάρθηκα που δεν σώζεται σήμερα. Δεξιά το μικρό βαπτιστήριο και πάνω αριστερά, στο τέρμα του βόρειου κλίτους, ένα παρεκκλήσι.
Ιστορία
Το πότε κτίστηκε ο ναός δεν έχει προσδιοριστεί με ακρίβεια. Η άποψη που επικρατεί είναι ότι κτίστηκε αμέσως μετά την Γ΄ Οικουμενική Σύνοδο της Εφέσου του 431, οπότε καταδικάστηκε ο αιρετικός Νεστόριος που δίδασκε ότι η Παναγία δεν είναι "Θεοτόκος" αλλά απλά "Χριστοτόκος". Μετά την εξέλιξη αυτή κτίστηκαν σε ολόκληρη την αυτοκρατορία πολλοί ναοί προς τιμή της Θεοτόκου και -κατά πάσα πιθανότητα- και αυτός της Αχειροποιήτου Θεσσαλονίκης με την ονομασία: "Ναός της Παρθένου και Θεοτόκου της Αχειροποιήτου και Οδηγητρίας". Κατά την παράδοση το όνομα "Αχειροποίητος" δόθηκε στο ναό από μία εικόνα της Θεοτόκου που δεν πλάστηκε από ανθρώπινα χέρια (α-χειροποίητος), αλλά έπεσε από τον ουρανό. Μάλιστα υποστηρίχθηκε από τους βυζαντινούς συγγραφείς ότι η εικόνα αυτή ήταν ισάξια με τις περίφημες "αχειροποίητες" εικόνες του "Αγίου Μανδηλίου" και του "Αγίου Κεραμίου".
Ο χριστιανικός ναός κτίσθηκε πάνω στα ερείπια ενός ρωμαϊκού λουτρού, του οποίου αποκαλύφθηκε τρία επάλληλα δάπεδα κάτω από το βόρειο κλίτος της βασιλικής. Η έκταση που καταλαμβάνουν τα ερείπια του λουτρώνα δείχνουν ότι επρόκειτο για ένα από σημαντικότερα δημόσια κτίρια της Θεσσαλονίκης. Η βασιλική της Αχειροποιήτου κατέλαβε μόνο ένα τμήμα του προγενέστερο κτίσματος, ενώ το ανατολικό και βόεια τμήματα του λουτρώνα παρέμεινε σε χρήση και μετά στην ανέγερση της.
Όταν ο Τούρκος Σουλτάνος Μουράτ Β΄ κατέλαβε τη Θεσσαλονίκη, για να διαιωνίσει την ιστορική εκείνη μέρα της άλωσης της πόλης, διέταξε και χάραξαν σε μία μαρμάρινη κολώνα της βόρειας κιονοστοιχίας του ναού τη φράση που σώζεται μέχρι και σήμερα: "Ο Σουλτάνος Μουράτ πήρε τη Θεσσαλονίκη το 833 (=1430)".
Κατά τη διάρκεια της τουρκοκρατίας επικράτησε σαν ανάμνηση -άγνωστο από πότε- να λέγεται ο ναός της Αχειροποιήτου ναός της Αγίας Παρασκευής. Όταν μάλιστα μετατράπηκε σε μουσουλμανικό τέμενος (τζαμί) από τους Τούρκους, ονομάστηκε "Εσκή Τζουμά", που τουρκικά σημαίνει "Παλιά Παρασκευή". Κατά την άποψη που επικρατεί, το όνομα "Αγία Παρασκευή" δόθηκε περισσότερο στην περιοχή όπου πιστεύεται πως υπήρχε άλλος ναός με το όνομα αυτό, παρά στο ίδιο μνημείο.
Μετά την απελευθέρωση της πόλης χρειάστηκαν να γίνουν πολλές επισκευές και συντηρήσεις για να δοθεί και πάλι ο ναός σε χρήση το 1930. Παρόλες τις ανακατασκευές που έχει υποστεί η Αχειροποίητος κατά την διάρκεια της μακρόχρονης ιστορίας της, το μνημείο συγκαταλέγεται σήμερα ανάμεσα στα καλύτερα διατηρημένα και πιο σημαντικά παραδείγματα της τυπικής ξυλόστεγης βασιλική με υπερώα της πρωτοβυζαντινής περιόδου.
Ο χριστιανικός ναός κτίσθηκε πάνω στα ερείπια ενός ρωμαϊκού λουτρού, του οποίου αποκαλύφθηκε τρία επάλληλα δάπεδα κάτω από το βόρειο κλίτος της βασιλικής. Η έκταση που καταλαμβάνουν τα ερείπια του λουτρώνα δείχνουν ότι επρόκειτο για ένα από σημαντικότερα δημόσια κτίρια της Θεσσαλονίκης. Η βασιλική της Αχειροποιήτου κατέλαβε μόνο ένα τμήμα του προγενέστερο κτίσματος, ενώ το ανατολικό και βόεια τμήματα του λουτρώνα παρέμεινε σε χρήση και μετά στην ανέγερση της.
Όταν ο Τούρκος Σουλτάνος Μουράτ Β΄ κατέλαβε τη Θεσσαλονίκη, για να διαιωνίσει την ιστορική εκείνη μέρα της άλωσης της πόλης, διέταξε και χάραξαν σε μία μαρμάρινη κολώνα της βόρειας κιονοστοιχίας του ναού τη φράση που σώζεται μέχρι και σήμερα: "Ο Σουλτάνος Μουράτ πήρε τη Θεσσαλονίκη το 833 (=1430)".
Κατά τη διάρκεια της τουρκοκρατίας επικράτησε σαν ανάμνηση -άγνωστο από πότε- να λέγεται ο ναός της Αχειροποιήτου ναός της Αγίας Παρασκευής. Όταν μάλιστα μετατράπηκε σε μουσουλμανικό τέμενος (τζαμί) από τους Τούρκους, ονομάστηκε "Εσκή Τζουμά", που τουρκικά σημαίνει "Παλιά Παρασκευή". Κατά την άποψη που επικρατεί, το όνομα "Αγία Παρασκευή" δόθηκε περισσότερο στην περιοχή όπου πιστεύεται πως υπήρχε άλλος ναός με το όνομα αυτό, παρά στο ίδιο μνημείο.
Μετά την απελευθέρωση της πόλης χρειάστηκαν να γίνουν πολλές επισκευές και συντηρήσεις για να δοθεί και πάλι ο ναός σε χρήση το 1930. Παρόλες τις ανακατασκευές που έχει υποστεί η Αχειροποίητος κατά την διάρκεια της μακρόχρονης ιστορίας της, το μνημείο συγκαταλέγεται σήμερα ανάμεσα στα καλύτερα διατηρημένα και πιο σημαντικά παραδείγματα της τυπικής ξυλόστεγης βασιλική με υπερώα της πρωτοβυζαντινής περιόδου.
Η επίσκεψή μας
Αφού φύγαμε από την Ροτόντα περπατήσαμε λίγο ώσπου φτάσαμε στην Αχειροποίητο. Πριν μπούμε μέσα στην εκκλησία η Ελευθερία με την ομάδα της μας είπαν κάποιες πληροφορίες σχετικά με το ναό και στη συνέχεια η Ελευθερία μας ξενάγησε μέσα σ’αυτόν.
Όταν τελείωσε η ξενάγηση μια ομάδα μαζί με την κυρία Δροσοφορίδου και κάποια άλλη με την κυρία Σειρά πήγαμε για να φάμε κάτι. Έπειτα ξαναγυρίσαμε στο ναό και συζητήσαμε ό,τι είχαμε παρατηρήσει μέσα στο ναό αλλά και έξω από αυτόν. Η ώρα πέρασε και έπρεπε να φύγουμε. Περπατήσαμε λίγο μέχρι την πλατεία Αριστοτέλους για να συναντήσουμε το λεωφορείο το οποίο θα μας πήγαινε στο σχολείο.
Ήταν μια πολύ όμορφη και ενδιαφέρουσα επίσκεψη, περάσαμε πολύ ωραία και μάθαμε καινούρια πράγματα.
Όταν τελείωσε η ξενάγηση μια ομάδα μαζί με την κυρία Δροσοφορίδου και κάποια άλλη με την κυρία Σειρά πήγαμε για να φάμε κάτι. Έπειτα ξαναγυρίσαμε στο ναό και συζητήσαμε ό,τι είχαμε παρατηρήσει μέσα στο ναό αλλά και έξω από αυτόν. Η ώρα πέρασε και έπρεπε να φύγουμε. Περπατήσαμε λίγο μέχρι την πλατεία Αριστοτέλους για να συναντήσουμε το λεωφορείο το οποίο θα μας πήγαινε στο σχολείο.
Ήταν μια πολύ όμορφη και ενδιαφέρουσα επίσκεψη, περάσαμε πολύ ωραία και μάθαμε καινούρια πράγματα.
Η ομάδα μας: Μανουσακίδου Ελευθερία -Μπάπκας Βασίλης
Μπουρτζής Δημήτρης-Μαντιού Κλειώ
Λιακόπουλος Θωμάς
Αγία Σοφία

Περιγραφή
Ο ρυθμός του κτίσματος μπορεί να ονομασθεί: "βασιλική με τρούλο". Ειδικότερα, είναι κτίσμα μεταβατικού τύπου από "βασιλική με τρούλο" σε "τρουλωτό σταυρόσχημο" ναό. Εσωτερικά, ο ναός χωρίζεται σε 3 κλίτη από εναλλασσόμενους κίονες και πεσσούς, των οποίων τα μαρμάρινα κιονόκρανα προέρχονται από παλαιότερο μνημείο της πόλης, ενώ σε συνέχεια των πλάγιων κλιτών διαμορφώνεται κάθετα ο νάρθηκας, για να σχηματιστεί έτσι ένα κτίριο σχεδόν τετράγωνης βάσης. Στη μέση του κεντρικού κλίτους πάνω σε 4 καμάρες στηρίζεται ο τρούλος του ναού, που το 1978 έγινε ένας μεγάλος άθλος από την αρχαιολογική υπηρεσία για να στερεωθεί, μια που η βάση του δεν είναι κύκλος αλλά ουσιαστικά πρόκειται για τετράγωνο με στρογγυλεμένες τις γωνίες. Τόσο το γεγονός αυτό όσο και άλλες κατασκευαστικές ατέλειες που παρατηρούνται στη σύνθεση και ανάπτυξη των όγκων και επιφανειών του ναού, πείθουν ότι το κτίριο κτίστηκε σε μία περίοδο μεταβατική, όπου ακόμα ερευνάται η εφαρμογή του "σταυροειδούς ναού με τρούλο". Στο τύμπανο της βάσης του τρούλου, που εξωτερικά γίνεται τετράγωνο, υπάρχουν 12 παράθυρα, πάνω στα οποία αναπτύσσεται μία υπέροχη ψηφιδωτή παράσταση της Ανάληψης του Χριστού. Ένα επίσης θαυμάσιο ψηφιδωτό υπάρχει στην αψίδα του ιερού, που παριστάνει την Παναγία καθισμένη σε θρόνο να κρατά στα χέρια της το Χριστό, που ευλογεί με το δεξί του χέρι. Μάλιστα, η παράσταση του Χριστού είναι μεταγενέστερη από όλο το ψηφιδωτό και φαίνεται πως στη θέση του Χριστού υπήρχε στα χέρια της Παναγίας Σταυρός, που αντικαταστάθηκε με το Χριστό, όταν σταμάτησε η περίοδος της Εικονομαχίας στο Βυζάντιο.
Εσωτερικά, ο ναός χωρίζεται σε 3 κλίτη από εναλασσόμενους κίονες και πεσσούς, ενώ σε συνέχεια των πλάγιων κλιτών διαμορφώνεται κάθετα ο νάρθηκας, για να σχηματιστεί έτσι ένα κτίριο σχεδόν τετράγωνης βάσης. Στη μέση του κεντρικού κλίτους εδράζεται πάνω σε 4 καμάρες ο τρούλος του ναού, του οποίου η βάση δεν είναι κύκλος αλλά ουσιαστικά πρόκειται για τετράγωνο με στρογγυλεμένες τις γωνίες. Τόσο το γεγονός αυτό όσο και άλλες κατασκευαστικές ατέλειες που παρατηρούνται στη σύνθεση και ανάπτυξη των όγκων και επιφανειών του ναού, πείθουν ότι το κτίριο κτίστηκε σε μία περίοδο μεταβατική, όπου ακόμα ερευνούνταν η εφαρμογή του "σταυροειδούς ναού με τρούλο", ρυθμού μεταγενέστερου στην εκκλησιαστική αρχιτεκτονική.
Στο τύμπανο της βάσης του τρούλου, που εξωτερικά γίνεται τετράγωνο, υπάρχουν 12 παράθυρα, πάνω στα οποία -και σε όλη την εσωτερική επιφάνεια του τρούλου, αναπτύσσεται μία υπέροχη ψηφιδωτή παράσταση της Ανάληψης του Χριστού.
Ένα επίσης θαυμάσιο ψηφιδωτό υπάρχει στην αψίδα του ιερού, που παριστάνει την Παναγία καθισμένη σε θρόνο να κρατά στα χέρια της το Χριστό, που ευλογεί με το δεξί του χέρι. Μάλιστα η παράσταση του Χριστού είναι μεταγενέστερη από όλο το ψηφιδωτό και φαίνεται πως στη θέση του Χριστού υπήρχε στα χέρια της Παναγίας Σταυρός, που αντικαταστάθηκε με το Χριστό, όταν σταμάτησε η περίοδος της Εικονομαχίας στο Βυζάντιο.
Εσωτερικά, ο ναός χωρίζεται σε 3 κλίτη από εναλασσόμενους κίονες και πεσσούς, ενώ σε συνέχεια των πλάγιων κλιτών διαμορφώνεται κάθετα ο νάρθηκας, για να σχηματιστεί έτσι ένα κτίριο σχεδόν τετράγωνης βάσης. Στη μέση του κεντρικού κλίτους εδράζεται πάνω σε 4 καμάρες ο τρούλος του ναού, του οποίου η βάση δεν είναι κύκλος αλλά ουσιαστικά πρόκειται για τετράγωνο με στρογγυλεμένες τις γωνίες. Τόσο το γεγονός αυτό όσο και άλλες κατασκευαστικές ατέλειες που παρατηρούνται στη σύνθεση και ανάπτυξη των όγκων και επιφανειών του ναού, πείθουν ότι το κτίριο κτίστηκε σε μία περίοδο μεταβατική, όπου ακόμα ερευνούνταν η εφαρμογή του "σταυροειδούς ναού με τρούλο", ρυθμού μεταγενέστερου στην εκκλησιαστική αρχιτεκτονική.
Στο τύμπανο της βάσης του τρούλου, που εξωτερικά γίνεται τετράγωνο, υπάρχουν 12 παράθυρα, πάνω στα οποία -και σε όλη την εσωτερική επιφάνεια του τρούλου, αναπτύσσεται μία υπέροχη ψηφιδωτή παράσταση της Ανάληψης του Χριστού.
Ένα επίσης θαυμάσιο ψηφιδωτό υπάρχει στην αψίδα του ιερού, που παριστάνει την Παναγία καθισμένη σε θρόνο να κρατά στα χέρια της το Χριστό, που ευλογεί με το δεξί του χέρι. Μάλιστα η παράσταση του Χριστού είναι μεταγενέστερη από όλο το ψηφιδωτό και φαίνεται πως στη θέση του Χριστού υπήρχε στα χέρια της Παναγίας Σταυρός, που αντικαταστάθηκε με το Χριστό, όταν σταμάτησε η περίοδος της Εικονομαχίας στο Βυζάντιο.
Ιστορία
Ο ναός της Αγίας Σοφίας Θεσσαλονίκης βρίσκεται νότια της Εγνατίας οδού προς τη θάλασσα, σε μικρή απόσταση από το ναό της Αχειροποιήτου. Αυτός, μαζί με τους ναούς της Θεσσαλονίκης Άγιο Δημήτριο και Αχειροποίητο αποτελούν τα πιο σημαντικά παλαιοχριστιανικά μνημεία της Ελλάδας. Η Αγία Σοφία Θεσσαλονίκης κτίστηκε προς τιμή του Χριστού, όπως η Αγία Σοφία Κωνσταντινούπολης, με την οποία έχουν πολλά κοινά χαρακτηριστικά. Η ανέγερση του ναού έγινε μετά την Α΄ Οικουμενική Σύνοδο της Νίκαιας του 325, όπου ο Χριστός αναγνωρίσθηκε σαν ο "Λόγος και η Σοφία" του Θεού. Γύρω πάντως από τη χρονολογία ανέγερσης του ναού δημιουργήθηκε μεγάλο θέμα. Πολλοί υποστήριξαν πως ο ναός κτίστηκε την ίδια χρονική περίοδο με αυτόν της Κωνσταντινούπολης από τον Ιουστινιανό (527-565) με σχέδια μάλιστα του αρχιτέκτονα Ανθέμιου. Άλλοι πάλι, προσπάθησαν να χρονολογήσουν την ημερομηνία ανέγερσής του με βάση τα αρχιτεκτονικά- μορφολογικά του στοιχεία, τα οικοδομικά υλικά που χρησιμοποιήθηκαν ή τα υπέροχα ψηφιδωτά του εσωτερικού του χώρου. Πάντως, η επικρατέστερη άποψη είναι πως η Αγία Σοφία Θεσσαλονίκης κτίστηκε πάνω σε ερείπια μεγάλης προϋπάρχουσας παλαιοχριστιανικής βασιλικής στα χρόνια της Εικονομαχίας, ίσως στο τελευταίο τέταρτο του 8ου αιώνα. Πέρα από αυτές τις αμφισβητήσεις είναι γεγονός ότι η Αγία Σοφία αγαπήθηκε από του Θεσσαλονικείς με αποτέλεσμα να γίνει μητρόπολη της πόλης, από την περίοδο της Φραγκοκρατίας. Από την στιγμή εκείνη διήνυσε μια λαμπρή περίοδο δόξας έως το 16ο αιώνα. Τότε έπαψε να είναι μητρόπολη λόγω της μετατροπής της σε μουσουλμανικό τέμενος με το όνομα «Αγία Σοφία Τζαμί». Ο ναός κατά την διάρκεια της Tουρκοκρατίας κάηκε, αλλά επισκευάστηκε από τους Tούρκους με τη βοήθεια του βυζαντινολόγου Κάρολου Ντιλ. Το 1912 ο ναός ξαναέγινε χριστιανικός και 66 χρόνια αργότερα, το 1978, έπαθε σοβαρές ζημίες από τους συνεχείς σεισμούς. Η αρχαιολογική υπηρεσία αποκατέστησε τις ζημίες αυτές αριστοτεχνικά και η εκκλησία παραμένει έτσι έως και σήμερα. Η εκκλησία της Άγιας Σοφίας και η ομώνυμη πλατεἰα έχουν σημαδευτεί από μεγάλα εθνικοθρησκευτικά γεγονότα που σφράγισαν τη νεότερη ιστορία της πόλης.
Ο ναός της Αγίας Σοφίας Θεσσαλονίκης βρίσκεται νότια της Εγνατίας οδού προς τη θάλασσα, σε μικρή απόσταση από το ναό της Αχειροποιήτου. Αυτός, μαζί με τους ναούς της Θεσσαλονίκης Άγιο Δημήτριο και Αχειροποίητο αποτελούν τα πιο σημαντικά παλαιοχριστιανικά μνημεία της Ελλάδας. Η Αγία Σοφία Θεσσαλονίκης κτίστηκε προς τιμή του Χριστού, όπως η Αγία Σοφία Κωνσταντινούπολης, με την οποία έχουν πολλά κοινά χαρακτηριστικά. Η ανέγερση του ναού έγινε μετά την Α΄ Οικουμενική Σύνοδο της Νίκαιας του 325, όπου ο Χριστός αναγνωρίσθηκε σαν ο "Λόγος και η Σοφία" του Θεού. Γύρω πάντως από τη χρονολογία ανέγερσης του ναού δημιουργήθηκε μεγάλο θέμα. Πολλοί υποστήριξαν πως ο ναός κτίστηκε την ίδια χρονική περίοδο με αυτόν της Κωνσταντινούπολης από τον Ιουστινιανό (527-565) με σχέδια μάλιστα του αρχιτέκτονα Ανθέμιου. Άλλοι πάλι, προσπάθησαν να χρονολογήσουν την ημερομηνία ανέγερσής του με βάση τα αρχιτεκτονικά- μορφολογικά του στοιχεία, τα οικοδομικά υλικά που χρησιμοποιήθηκαν ή τα υπέροχα ψηφιδωτά του εσωτερικού του χώρου. Πάντως, η επικρατέστερη άποψη είναι πως η Αγία Σοφία Θεσσαλονίκης κτίστηκε πάνω σε ερείπια μεγάλης προϋπάρχουσας παλαιοχριστιανικής βασιλικής στα χρόνια της Εικονομαχίας, ίσως στο τελευταίο τέταρτο του 8ου αιώνα. Πέρα από αυτές τις αμφισβητήσεις είναι γεγονός ότι η Αγία Σοφία αγαπήθηκε από του Θεσσαλονικείς με αποτέλεσμα να γίνει μητρόπολη της πόλης, από την περίοδο της Φραγκοκρατίας. Από την στιγμή εκείνη διήνυσε μια λαμπρή περίοδο δόξας έως το 16ο αιώνα. Τότε έπαψε να είναι μητρόπολη λόγω της μετατροπής της σε μουσουλμανικό τέμενος με το όνομα «Αγία Σοφία Τζαμί». Ο ναός κατά την διάρκεια της Tουρκοκρατίας κάηκε, αλλά επισκευάστηκε από τους Tούρκους με τη βοήθεια του βυζαντινολόγου Κάρολου Ντιλ. Το 1912 ο ναός ξαναέγινε χριστιανικός και 66 χρόνια αργότερα, το 1978, έπαθε σοβαρές ζημίες από τους συνεχείς σεισμούς. Η αρχαιολογική υπηρεσία αποκατέστησε τις ζημίες αυτές αριστοτεχνικά και η εκκλησία παραμένει έτσι έως και σήμερα. Η εκκλησία της Άγιας Σοφίας και η ομώνυμη πλατεἰα έχουν σημαδευτεί από μεγάλα εθνικοθρησκευτικά γεγονότα που σφράγισαν τη νεότερη ιστορία της πόλης.
Ομάδα 3: Μάνταλος Κωνσταντίνος, Μπιμπίκας Βασίλης,
Μόκαλη Χριστίνα, Μιλόσεβιτς Μαρία,
Μπαβέλη Κωνσταντίνα
Βυζαντινό Μουσείο
Επισκεφθήκαμε το Βυζαντινό Μουσείο και ξεναγηθήκαμε σ΄ αυτό. Κατά τη διάρκεια της ξενάγησης η ομάδα που είχε ασχοληθεί με τα τείχη της πόλης και το Λευκό Πύργο μας παρουσίασε τα αποτελέσματα της έρευνάς της.
Λευκός Πύργος
Ο Λευκός Πύργος άλλαξε πολλά ονόματα και χρήσεις ώσπου να αποκτήσει τη σημερινή του ονομασία και λειτουργία. Τον 18ο αιώνα ονομαζόταν «Φρούριο της Καλαμαριάς» και κατά τον 19ο αιώνα, οπότε λειτουργούσε ως φυλακή βαρυποινιτών, «Πύργος των Γενιτσάρων» και «Kanli-Kule», δηλαδή Πύργος του Αίματος. Το 1890 ο φυλακισμένος στον πύργο Nathan Guéledi τον ασβέστωσε, με αντάλλαγμα την ελευθερία του: από τότε αναφέρεται ως Beyaz-Kule, δηλαδή Λευκός Πύργος.Κατά την επικρατέστερη άποψη η χρονολόγηση του μνημείου τοποθετείται αμέσως μετά την κατάκτηση της Θεσσαλονίκης από τους Τούρκους (1430). Μετά την απελευθέρωση (1912) το μνημείο περιήλθε στο ελληνικό δημόσιο και στους χώρους του εγκαταστάθηκαν κατά καιρούς η αεράμυνα της πόλης, το εργαστήριο Μετεωρολογίας του Πανεπιστημίου και έως το 1983 συστήματα Ναυτοπροσκόπων. Με δεδομένη την ιστορικότητα του μνημείου και τον χαρακτήρα του ως συμβόλου της πόλης κρίθηκε σκόπιμο να δοθεί στο Λευκό Πύργο νέα χρήση και να λειτουργήσει ως εκθεσιακός χώρος. Η Αρχαιολογική Υπηρεσία ξεκίνησε το 1983 στο μνημείο αναστηλωτικές εργασίες προκειμένου να συντηρηθεί και να διαμορφωθεί κατάλληλα σε εκθεσιακό χώρο.Από το 1985 παρουσιάστηκε στον Λευκό Πύργο η μόνιμη έκθεση «Θεσσαλονίκη: Ιστορία και Τέχνη», έως το 1994 οπότε άνοιξε το Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού και τα εκθέματα άρχισαν να μεταφέρονται σταδιακά σε αυτό.Το 2001 παρουσιάστηκε στο Λευκό Πύργο η εντυπωσιακή έκθεση «Καθημερινή ζωή στο Βυζάντιο» στο πλαίσιο του δικτύου τριών εκθέσεων με το γενικό τίτλο «Ώρες Βυζαντίου, Έργα και Ημέρες στο Βυζάντιο» και το 2002 έκθεση έργων του ζωγράφου και συντηρητή αρχαιοτήτων Φώτη Ζαχαρίου με τον τίτλο «Aθως: Αποτυπώσεις και Μνήμες».Ο Λευκός Πύργος θα φιλοξενήσει τη νέα μεγάλη μόνιμη έκθεση που οργανώνει το Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού, αφιερωμένη στην πόλη της Θεσσαλονίκης και τους ανθρώπους της.Καθώς οι εργασίες για την προετοιμασία της έκθεσης έχουν ήδη ξεκινήσει, το μνημείο θα παραμείνει κλειστό για το κοινό έως τα μέσα του 2007, οπότε αναμένεται να ανοίξει η έκθεση.Η έκθεση επιχειρεί να προβάλει τα στοιχεία που διακρίνουν διαχρονικά τη Θεσσαλονίκη, όπως ο αστικός και ο κοσμοπολίτικος χαρακτήρας της. Η πόλη, από την ίδρυσή της το 315 π.χ. και σε όλη σχεδόν την ιστορική της διαδρομή, παρέμεινε σημαντικό αστικό κέντρο. Χάρη στη γεωγραφική της θέση, άλλωστε, αποτελούσε πνευματικό, εμπορικό και οικονομικό κέντρο της ευρύτερης περιοχής της, αλλά και σημείο επαφής και επικοινωνίας διαφόρων πολιτισμών.Εστιάζοντας σε στιγμές-ορόσημα και σε ιδιαίτερες πτυχές της ζωής της πόλης, στους έξι ορόφους του Λευκού Πύργου αναπτύσσονται θεματικές ενότητες που αφορούν την ίδρυση της Θεσσαλονίκης, τη θέση της στον γεωγραφικό χώρο, την πολεοδομική της εξέλιξη, σημαντικές στιγμές της ιστορίας της, την κομβική εμπορική της θέση στο σταυροδρόμι χερσαίων και θαλάσσιων δρόμων, το μωσαϊκό των κατοίκων της, καθώς και την πνευματική και πολιτιστική ζωή της. Το χρονικό πλαίσιο μέσα στο οποίο εντάσσονται τα θέματα της έκθεσης ξεκινά από την ίδρυση της πόλης και φτάνει, κατά περίπτωση, έως και το πρόσφατο παρελθόν της. Η νέα έκθεση στο μνημείο του Λευκού Πύργου, που από συγκυρία της τύχης αποτελεί το σύμβολο της Θεσσαλονίκης, δεν απευθύνεται μόνο στους επισκέπτες που επιθυμούν να γνωρίσουν την πόλη, αλλά πρώτα απ' όλα στους κατοίκους της.
Τείχη
Τα τείχη έσωσαν τη Θεσσαλονίκη τον 1ο π.Χ. αιώνα, όταν βάρβαρα Θρακικά φύλα πολιόρκησαν την πόλη, σύμφωνα με μαρτυρίες του Ρωμαίου ρήτορα Κικέρωνα, που το 58 π.Χ. βρέθηκε στη Θεσσαλονίκη εξόριστος από τη Ρώμη. Για να αντιμετωπισθεί ο κίνδυνος εκείνος, αναγκάσθηκαν οι Θεσσαλονικείς να κατασκευάσουν γρήγορα διάφορα οχυρωματικά έργα στην Ακρόπολη της σημερινής Άνω Πόλης και να επισκευάσουν σε πολλά τμήματα τα τείχη. Τα ασφαλή τείχη της πόλης έκαναν επίσης τους οπαδούς του Πομπήιου και άλλους συγκλητικούς, στην εποχή του εμφύλιου πολέμου των Ρωμαίων (49-48 π.Χ.), να καταφύγουν για προστασία στην πόλη που ήταν φύσει και τέχνη οχυρή.
Κατά τη Ρωμαϊκή περίοδο δεν έγιναν σοβαρά έργα στα τείχη της πόλης παρά μόνο συμπληρώσεις και συντηρήσεις των τειχών της Ελληνιστικής περιόδου. Ίσως μόνο γύρω στη Χρυσή Πύλη (σημερινή πλατεία Δημοκρατίας) να ανασκευάσθηκε το τείχος, καθώς το 42 π.Χ. τοποθετήθηκε εκεί τιμητική αψίδα για την υποδοχή των νικητών της μάχης των Φιλίππων Αντωνίου και Οκταβίου. Παρόμοιες επεμβάσεις έγιναν, στον ίδιο χώρο, τον 1ο μ.Χ. αιώνα, ενώ στα ανατολικά τείχη, στην περιοχή Κάμπος (Campos), πιστεύεται πως ο καίσαρας Γαλέριος διεύρυνε τον περιτειχισμένο χώρο της πόλης, για να δημιουργήσει το μεγάλο κτιριακό συγκρότημα των ανακτόρων του (αρχές 4ου μ.Χ. αιώνα).
Οι οχυρώσεις της Θεσσαλονίκης συμπληρώθηκαν αργότερα με σοβαρά έργα, κυρίως στο παραθαλάσσιο τμήμα, την εποχή του Μ. Κωνσταντίνου, όταν αυτός έκανε την πόλη βάση πολεμική κατά του γαμπρού του Λικιννίου (324 μ.Χ.). Τον ίδιο αιώνα επισκευάστηκαν τα τείχη της Θεσσαλονίκης με εντολή του αυτοκράτορα Ιουλιανού του Παραβάτη, για να αντιμετωπισθούν οι κίνδυνοι από τις συχνές επιδρομές των βαρβάρων.
Τα κυριότερα όμως οχυρωματικά έργα στη Θεσσαλονίκη έγιναν επί αυτοκράτορα Μ. Θεοδοσίου (379-395 μ.Χ.). Για μία ακόμη φορά τότε, η Θεσσαλονίκη έγινε προσωρινή έδρα του αυτοκράτορα, γιατί προσφερόταν γεωγραφικά και επιχειρησιακά στον πόλεμο κατά των επιδρομέων Γότθων. Επιγραφή που σώζεται στα ανατολικά τείχη αναφέρεται στη δραστηριότητα αυτή του Θεοδοσίου, ο οποίος ανάθεσε όλο το έργο στον ειδικό για οχυρώσεις πόλεων Πέρση Ορμίσδα: "....τείχεσιν αρρήκτοις Ορμίσδας εξετέλεσε την δε πόλι(ν)...."
Αξιόλογες εργασίες στα τείχη της Θεσσαλονίκης έγιναν και επί βυζαντινών αυτοκρατόρων Ζήνωνα (474-491), Αναστασίου Α΄ (491-518) και Λέοντα του Σοφού (886-912). Μετά την άλωση της πόλης από τους Σαρακηνούς Άραβες, το 904, που μπήκαν στη Θεσσαλονίκη από τα χαμηλά παραθαλάσσια τέιχη της, επί Ρωμανού Λεκαπηνού (919-945), υψώθηκαν τα τείχη της θάλασσας και η πόλη έγινε πιο ασφαλής.
Τμήμα των βυζαντινών τειχών της Ακρόπολης. Στο βάθος ο πύργος του Τριγωνίου (ή της Αλύσεως).
Κατά τη Ρωμαϊκή περίοδο δεν έγιναν σοβαρά έργα στα τείχη της πόλης παρά μόνο συμπληρώσεις και συντηρήσεις των τειχών της Ελληνιστικής περιόδου. Ίσως μόνο γύρω στη Χρυσή Πύλη (σημερινή πλατεία Δημοκρατίας) να ανασκευάσθηκε το τείχος, καθώς το 42 π.Χ. τοποθετήθηκε εκεί τιμητική αψίδα για την υποδοχή των νικητών της μάχης των Φιλίππων Αντωνίου και Οκταβίου. Παρόμοιες επεμβάσεις έγιναν, στον ίδιο χώρο, τον 1ο μ.Χ. αιώνα, ενώ στα ανατολικά τείχη, στην περιοχή Κάμπος (Campos), πιστεύεται πως ο καίσαρας Γαλέριος διεύρυνε τον περιτειχισμένο χώρο της πόλης, για να δημιουργήσει το μεγάλο κτιριακό συγκρότημα των ανακτόρων του (αρχές 4ου μ.Χ. αιώνα).
Οι οχυρώσεις της Θεσσαλονίκης συμπληρώθηκαν αργότερα με σοβαρά έργα, κυρίως στο παραθαλάσσιο τμήμα, την εποχή του Μ. Κωνσταντίνου, όταν αυτός έκανε την πόλη βάση πολεμική κατά του γαμπρού του Λικιννίου (324 μ.Χ.). Τον ίδιο αιώνα επισκευάστηκαν τα τείχη της Θεσσαλονίκης με εντολή του αυτοκράτορα Ιουλιανού του Παραβάτη, για να αντιμετωπισθούν οι κίνδυνοι από τις συχνές επιδρομές των βαρβάρων.
Τα κυριότερα όμως οχυρωματικά έργα στη Θεσσαλονίκη έγιναν επί αυτοκράτορα Μ. Θεοδοσίου (379-395 μ.Χ.). Για μία ακόμη φορά τότε, η Θεσσαλονίκη έγινε προσωρινή έδρα του αυτοκράτορα, γιατί προσφερόταν γεωγραφικά και επιχειρησιακά στον πόλεμο κατά των επιδρομέων Γότθων. Επιγραφή που σώζεται στα ανατολικά τείχη αναφέρεται στη δραστηριότητα αυτή του Θεοδοσίου, ο οποίος ανάθεσε όλο το έργο στον ειδικό για οχυρώσεις πόλεων Πέρση Ορμίσδα: "....τείχεσιν αρρήκτοις Ορμίσδας εξετέλεσε την δε πόλι(ν)...."
Αξιόλογες εργασίες στα τείχη της Θεσσαλονίκης έγιναν και επί βυζαντινών αυτοκρατόρων Ζήνωνα (474-491), Αναστασίου Α΄ (491-518) και Λέοντα του Σοφού (886-912). Μετά την άλωση της πόλης από τους Σαρακηνούς Άραβες, το 904, που μπήκαν στη Θεσσαλονίκη από τα χαμηλά παραθαλάσσια τέιχη της, επί Ρωμανού Λεκαπηνού (919-945), υψώθηκαν τα τείχη της θάλασσας και η πόλη έγινε πιο ασφαλής.
Τμήμα των βυζαντινών τειχών της Ακρόπολης. Στο βάθος ο πύργος του Τριγωνίου (ή της Αλύσεως).
Όταν ο αυτοκράτορας Βασίλειος Β΄ Βουλγαροκτόνος (976-1025) έκανε τη Θεσσαλονίκη βάση στους πολέμους του κατά των Βουλγάρων, πραγματοποίησε πολλές συμπληρώσεις και επισκευές στα τείχη της πόλης. Ένα όμως τμήμα των ανατολικών τειχών, συνέχιζε να μένει σχετικά αδύναμο, παρόλο ότι στο σημείο αυτό χτυπούσαν οι επιδρομείς που έφταναν από τη θάλασσα. Αυτή την αδυναμία εκμεταλλεύτηκαν οι Νορμανδοί, για να μπουν στη Θεσσαλονίκη το 1185.
Γύρω στα 1230-1232 έγιναν νέες εργασίες στα βόρεια τείχη, στην Ακρόπολη. Τότε κτίζεται ο γνωστός πύργος του όπου υπάρχει η επιγραφή:
"Σθέν(ε)ι Μανουήλ του κρατίστου δεσπότου
Ήγειρε τόνδε πύργον (αυ). (σύν) τω τειχίω
Γεώργιος δουξ απόκαυκος εκ βάθρων
Σθέν(ει) Μανουήλ του κρατίστου (δεσπότου)".
Αργότερα, το 14ο αιώνα, καθώς η πόλη απειλείται από τους Καταλανούς, τους Σέρβους και τους Τούρκους, συμπληρώνονται τα παραθαλάσσια τείχη από το στρατιωτικό "λογοθέτη" της πόλης Υαλέο (1316), ενώ η λαϊκή κυβέρνηση των Ζηλωτών (1342-1349) φρόντισε και αυτή για την οχύρωση της πόλης.
Γύρω στα 1230-1232 έγιναν νέες εργασίες στα βόρεια τείχη, στην Ακρόπολη. Τότε κτίζεται ο γνωστός πύργος του όπου υπάρχει η επιγραφή:
"Σθέν(ε)ι Μανουήλ του κρατίστου δεσπότου
Ήγειρε τόνδε πύργον (αυ). (σύν) τω τειχίω
Γεώργιος δουξ απόκαυκος εκ βάθρων
Σθέν(ει) Μανουήλ του κρατίστου (δεσπότου)".
Αργότερα, το 14ο αιώνα, καθώς η πόλη απειλείται από τους Καταλανούς, τους Σέρβους και τους Τούρκους, συμπληρώνονται τα παραθαλάσσια τείχη από το στρατιωτικό "λογοθέτη" της πόλης Υαλέο (1316), ενώ η λαϊκή κυβέρνηση των Ζηλωτών (1342-1349) φρόντισε και αυτή για την οχύρωση της πόλης.
Με την πτώση των Ζηλωτών, έρχεται στη Θεσσαλονίκη η αυτοκράτειρα Άννα Παλαιολογίνα, που επιμελείται την κατασκευή νέων οχυρωματικών έργων στα ανατολικά τείχη ανοίγοντας και δύο νέες πύλες προς την Ακρόπολη. Στην πύλη που βρίσκεται κοντά στον πύργο του Τριγωνίου (ή της Αλύσεως) υπάρχει η επιγραφή:
"Ανηγέρθη η παρούσα πύλη ορισμώ της κραταιάς και αγίας ημών
κυρίας και δεσποίνης κυράς Άννης της Παλαιολογίνης υπηρετήσαντος
καστροφύλακος Ιωάννου Χαμαετού... τω ςωξγ ινδικτιώνος Θ." (=1355).
Κατά την περίοδο της Βενετοκρατίας στην πόλη (1423-1430), έγιναν προσπάθειες για να ενισχυθεί η άμυνα της Θεσσαλονίκης με την εκτέλεση νέων έργων στα τείχη, καθώς οι Τούρκοι στένευαν τον αποκλεισμό της πόλης. Στην εποχή αυτή, κατά μία άποψη, ανάγονται οι δύο πύργοι που σώζονται στην πόλη σήμερα, ο Λευκός Πύργος κοντά στη θάλασσα και ο πύργος του Τριγωνίου στην Άνω Πόλη. Παρόμοιοι πύργοι, πιο μικροί σε μέγεθος, υπήρχαν κατά τη βυζαντινή περίοδο σε όλη την περίμετρο των τειχών. Οι πύργοι αυτοί, που ονομάζονταν πρόβολοι, με σχήμα κάτοψης τετράγωνο, πολύγωνο, κυκλικό ή ημικυκλικό, έφταναν τους 70 όταν υπήρχαν όλα τα τείχη της πόλης.
Τα τείχη της Θεσσαλονίκης σχημάτιζαν ένα τετράπλευρο με δύο κάθετες προς τη θάλασσα πλευρές (ανατολικό και δυτικό τείχος) και δύο παράλληλες (παραθαλάσσιο τείχος και τείχος της Ακρόπολης, στο λόφο). Είχαν ύψος, κατά μέσο όρο, 10-12 μ. και ανάπτυγμα 8 περίπου χιλιόμετρα. Στο μεγαλύτερο μέρος τους υπήρχε, προς τα έξω, ένα άλλο τείχος, το έξω τείχος, ή έξω διατείχισμα, ή περίτειχον ή προτείχισμα, όπως το ονόμαζαν οι βυζαντινοί. Τα δύο τείχη είχαν σκοπό να δημιουργούν γραμμές άμυνας κατά των επιδρομέων, ενώ έξω από αυτά, για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, υπήρχε μία τάφρος που γέμιζε με θαλασσινό νερό και είχε ξύλινες γέφυρες που καταστρέφονταν κατά τις εμπόλεμες περιόδους. Τα τείχη, με φάρδος 10 περίπου πήχεις (4,60 μ.), είναι κατασκευασμένα με πέτρες και τούβλα -"ζωνάρια"- κάθε 2-3 μ., που πολλές φορές γίνονται και τόξα. Κοντά στις πύλες η κατασκευή των τειχών ήταν πιο επιμελημένη και χρησιμοποιούνταν πέτρινα και μαρμάρινα αγκωνάρια ή οπτοπλινθοδομές. Ακόμα, σε πολλά σημεία εντοιχίζονταν σπασμένα αγάλματα και αρχιτεκτονικά μέλη από ελληνικά κτίσματα, βωμούς και επιτύμβιες στήλες.
Γνωστές πύλες των τειχών της Θεσσαλονίκης ήταν: η πύλη της Ρώμης (κοντά στο Λευκό Πύργο), η Κασσανδρεωτική πύλη (στη σημερινή πλατεία Συντριβανίου), η Ληταία πύλη (στο δυτικό άκρο της οδού Αγίου Δημητρίου), η Ψευδόχρυση ή Νέα Χρυσή πύλη (στο ανατολικό άκρο της οδού Αγίου Δημητρίου), η Χρυσή πύλη (στη σημερινή πλατεία Δημοκρατίας ή Βαρδαρίου), η πύλη του Γιαλού (κοντά στη θάλασσα). Ακόμα γνωστή πύλη ήταν και αυτή της Άννας Παλαιολογίνας, που σώζεται και σήμερα στην Άνω Πόλη, κοντά στον πύργο του Τριγωνίου.
Πάνω στην Ακρόπολη, όπου στρατοπέδευε η φρουρά της πόλης, υπήρχαν 14 μικρές πύλες που λέγονταν παραπύλια ή παραπόρτια και χρησίμευαν για στρατιωτικούς -κύρια- λόγους. Παρόμοιες μικρές πύλες υπήρχαν και στο παραθαλάσσιο τείχος.
Μέχρι το 1869 η Θεσσαλονίκη περιβαλλόταν από τα βυζαντινά της τείχη. Αμέσως μετά ένα μεγάλο τμήμα των τειχών κατεδαφίστηκε από τους Τούρκους στην προσπάθειά τους να εξωραϊσουν την πόλη.
"Ανηγέρθη η παρούσα πύλη ορισμώ της κραταιάς και αγίας ημών
κυρίας και δεσποίνης κυράς Άννης της Παλαιολογίνης υπηρετήσαντος
καστροφύλακος Ιωάννου Χαμαετού... τω ςωξγ ινδικτιώνος Θ." (=1355).
Κατά την περίοδο της Βενετοκρατίας στην πόλη (1423-1430), έγιναν προσπάθειες για να ενισχυθεί η άμυνα της Θεσσαλονίκης με την εκτέλεση νέων έργων στα τείχη, καθώς οι Τούρκοι στένευαν τον αποκλεισμό της πόλης. Στην εποχή αυτή, κατά μία άποψη, ανάγονται οι δύο πύργοι που σώζονται στην πόλη σήμερα, ο Λευκός Πύργος κοντά στη θάλασσα και ο πύργος του Τριγωνίου στην Άνω Πόλη. Παρόμοιοι πύργοι, πιο μικροί σε μέγεθος, υπήρχαν κατά τη βυζαντινή περίοδο σε όλη την περίμετρο των τειχών. Οι πύργοι αυτοί, που ονομάζονταν πρόβολοι, με σχήμα κάτοψης τετράγωνο, πολύγωνο, κυκλικό ή ημικυκλικό, έφταναν τους 70 όταν υπήρχαν όλα τα τείχη της πόλης.
Τα τείχη της Θεσσαλονίκης σχημάτιζαν ένα τετράπλευρο με δύο κάθετες προς τη θάλασσα πλευρές (ανατολικό και δυτικό τείχος) και δύο παράλληλες (παραθαλάσσιο τείχος και τείχος της Ακρόπολης, στο λόφο). Είχαν ύψος, κατά μέσο όρο, 10-12 μ. και ανάπτυγμα 8 περίπου χιλιόμετρα. Στο μεγαλύτερο μέρος τους υπήρχε, προς τα έξω, ένα άλλο τείχος, το έξω τείχος, ή έξω διατείχισμα, ή περίτειχον ή προτείχισμα, όπως το ονόμαζαν οι βυζαντινοί. Τα δύο τείχη είχαν σκοπό να δημιουργούν γραμμές άμυνας κατά των επιδρομέων, ενώ έξω από αυτά, για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, υπήρχε μία τάφρος που γέμιζε με θαλασσινό νερό και είχε ξύλινες γέφυρες που καταστρέφονταν κατά τις εμπόλεμες περιόδους. Τα τείχη, με φάρδος 10 περίπου πήχεις (4,60 μ.), είναι κατασκευασμένα με πέτρες και τούβλα -"ζωνάρια"- κάθε 2-3 μ., που πολλές φορές γίνονται και τόξα. Κοντά στις πύλες η κατασκευή των τειχών ήταν πιο επιμελημένη και χρησιμοποιούνταν πέτρινα και μαρμάρινα αγκωνάρια ή οπτοπλινθοδομές. Ακόμα, σε πολλά σημεία εντοιχίζονταν σπασμένα αγάλματα και αρχιτεκτονικά μέλη από ελληνικά κτίσματα, βωμούς και επιτύμβιες στήλες.
Γνωστές πύλες των τειχών της Θεσσαλονίκης ήταν: η πύλη της Ρώμης (κοντά στο Λευκό Πύργο), η Κασσανδρεωτική πύλη (στη σημερινή πλατεία Συντριβανίου), η Ληταία πύλη (στο δυτικό άκρο της οδού Αγίου Δημητρίου), η Ψευδόχρυση ή Νέα Χρυσή πύλη (στο ανατολικό άκρο της οδού Αγίου Δημητρίου), η Χρυσή πύλη (στη σημερινή πλατεία Δημοκρατίας ή Βαρδαρίου), η πύλη του Γιαλού (κοντά στη θάλασσα). Ακόμα γνωστή πύλη ήταν και αυτή της Άννας Παλαιολογίνας, που σώζεται και σήμερα στην Άνω Πόλη, κοντά στον πύργο του Τριγωνίου.
Πάνω στην Ακρόπολη, όπου στρατοπέδευε η φρουρά της πόλης, υπήρχαν 14 μικρές πύλες που λέγονταν παραπύλια ή παραπόρτια και χρησίμευαν για στρατιωτικούς -κύρια- λόγους. Παρόμοιες μικρές πύλες υπήρχαν και στο παραθαλάσσιο τείχος.
Μέχρι το 1869 η Θεσσαλονίκη περιβαλλόταν από τα βυζαντινά της τείχη. Αμέσως μετά ένα μεγάλο τμήμα των τειχών κατεδαφίστηκε από τους Τούρκους στην προσπάθειά τους να εξωραϊσουν την πόλη.
Ομάδα 4 : Μπουμποπούλου Αναστασία, Μπούσιος Μάριος,
Μπουγιουκλή Ελένη, Ντεμουρίδης Αλέξανδρος
Γενί Μπέη Χαμάμ (Λουτρά Παράδεισος)
ΛΟΥΤΡΑ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ ή ΧΑΜΑΜ ΤΟΥ ΜΠΕΗ
Το λουτρό (χαμάμ) του Μπέη, που βρίσκεται στη συμβολή των οδών Εγνατίας και Αριστοτέλους, χτίστηκε στα 1444 από το σουλτάνο Μουράτ Β΄, ο οποίος ήταν γνωστότερος με το όνομα Μπέης, από όπου πήρε και το όνομά του. Πρόκειται για το μεγαλύτερο από τα χαμάμ που διασώζονται στον ελλαδικό χώρο.
Είναι ένα διπλό χαμάμ, με το αντρικό και το γυναικείο τμήμα του να αποτελούν ενιαίο αρχιτεκτονικά σύνολο. Το αντρικό λουτρό, του οποίου η περιγραφή ακολουθεί, είναι μεγαλύτερο και πολυτελέστερο από το γυναικείο. Η είσοδος για το γυναικείο βρίσκεται στα βόρεια ενώ για το αντρικό στη νότια πλευρά. Η θύρα, που στο επάνω μέρος της σχηματίζει ελαφρύ τόξο, βρίσκεται σε μια εσοχή του νότιου τοίχου, η οποία εσοχή φέρει στο άνω τμήμα της γλυπτό διάκοσμο με μουκαρνάς. Διασώζεται επίσης πάνω από τη θύρα η κτητορική επιγραφή.
Η πρώτη αίθουσα, αυτή που προορίζεται για την απόδυση κι ένδυση των λουομένων, έχει στην κάτοψή της σχήμα οκταγωνικό και είναι θολοσκέπαστη. Εσωτερικά ο θόλος φέρει πλούσια διακόσμηση με φυτικά θέματα. Στην αίθουσα αυτή υπάρχει ξύλινος εξώστης, διαχωρισμένος σε επιμέρους τμήματα, που προορίζονταν κυρίως για την ανάπαυση των λουομένων. Πρόκειται για μεταγενέστερη κατασκευή αλλά σίγουρα υπήρχε εξώστης και στην αρχική φάση. Η πρόσβαση στον εξώστη γίνεται με μια ξύλινη σκάλα. Μια σειρά από τοξοειδή καγκελόφραχτα παράθυρα εξασφάλιζαν το φυσικό φωτισμό τη αίθουσας αυτής. Μια στενή δίοδος στα ανατολικά μας οδηγεί στην επόμενη αίθουσα.
Η δεύτερη (ψυχρή αίθουσα) που είναι μικρότερη από την προηγούμενη έχει κι αυτή σχήμα οκταγωνικό στην κάτοψή της και είναι θολοσκέπαστη. Ο θόλος καθώς επίσης και οι τοίχοι της αίθουσας φέρουν πλούσια ζωγραφική διακόσμηση. Μια σειρά από οπές στην κορυφή και στα τοιχώματα του θόλου εξασφαλίζουν τον άπλετο φωτισμό της αίθουσας. Στα βόρεια της αίθουσας ανοίγεται ένας μικρότερος ορθογώνιος χώρος που προοριζόταν μάλλον για το καθάρισμα των πετσετών. Μια στενή δίοδος στα ανατολικά μας οδηγεί στην επόμενη αίθουσα.
Η τρίτη αίθουσα (εσωτερικό λουτρό) είναι ο πιο εντυπωσιακός χώρος του χαμάμ. Πρόκειται για μια τετράγωνη στην κάτοψή της αίθουσα που διαμορφώνεται σταυρικά. Στο κέντρο της αίθουσας υπάρχει η «πέτρα της κοιλιάς», το υπερυψωμένο βάθρο όπου οι υπάλληλοι του χαμάμ έκαναν τις εντριβές στους λουόμενους. Στις τέσσερις κεραίες του σταυρού και στους επιμέρους παράπλευρους χώρους διασώζονται οι γούρνες. Ο χώρος σκεπάζεται με θόλους οι οποίοι στηρίζονται στους τοίχους της αίθουσας και στους τέσσερις πεσσούς που βρίσκονται στο κέντρο της. Οι πεσσοί αυτοί, στο σημείο που αρχίζει η καμπύλη της αψίδας που δημιουργείται, φέρουν γλυπτό διάκοσμο με μουκαρνάς. Από τους θόλους της αίθουσας αυτής, ο κεντρικός, αυτός που βρίσκεται πάνω από την «πέτρα της κοιλιάς», είναι πιο υπερυψωμένος από τους υπόλοιπους. Η αίθουσα φέρει έντονα σημάδια από το ζωγραφικό διάκοσμό της, κυρίως στο επάνω τμήμα της. Μια σειρά από οπές στους θόλους εξασφαλίζουν, όπως και στην προηγούμενη αίθουσα, τον άπλετο φωτισμό της. Μια μικρή είσοδος οδηγεί σ’ έναν ορθογώνιο χώρο, ο οποίος προοριζόταν για το ιδιαίτερο λουτρό του σουλτάνου. Πρόκειται για ένα χώρο με εξαιρετικά πλούσιο ζωγραφικό και γλυπτό διάκοσμο με μουκαρνάς. Οπές στην οροφή, όπως και στις λοιπές αίθουσες του κτιρίου, εξασφαλίζουν το φυσικό φωτισμό του χώρου.
Εξωτερικά το κτίριο παρουσιάζει επιμελημένη τοιχοδομία, ενώ όλοι οι θόλοι του είναι σκεπασμένοι με κοίλα κεραμίδια.
Το Μπέη Χαμάμ λειτουργούσε μέχρι το 1968, γνωστό με την ονομασία «Λουτρά ο Παράδεισος». Το 1972 περιήλθε στην Αρχαιολογική Υπηρεσία και σήμερα , μετά τα έργα αποκατάστασης του κτιρίου, αποτελεί χώρο ανοικτό για το κοινό.
Το λουτρό (χαμάμ) του Μπέη, που βρίσκεται στη συμβολή των οδών Εγνατίας και Αριστοτέλους, χτίστηκε στα 1444 από το σουλτάνο Μουράτ Β΄, ο οποίος ήταν γνωστότερος με το όνομα Μπέης, από όπου πήρε και το όνομά του. Πρόκειται για το μεγαλύτερο από τα χαμάμ που διασώζονται στον ελλαδικό χώρο.
Είναι ένα διπλό χαμάμ, με το αντρικό και το γυναικείο τμήμα του να αποτελούν ενιαίο αρχιτεκτονικά σύνολο. Το αντρικό λουτρό, του οποίου η περιγραφή ακολουθεί, είναι μεγαλύτερο και πολυτελέστερο από το γυναικείο. Η είσοδος για το γυναικείο βρίσκεται στα βόρεια ενώ για το αντρικό στη νότια πλευρά. Η θύρα, που στο επάνω μέρος της σχηματίζει ελαφρύ τόξο, βρίσκεται σε μια εσοχή του νότιου τοίχου, η οποία εσοχή φέρει στο άνω τμήμα της γλυπτό διάκοσμο με μουκαρνάς. Διασώζεται επίσης πάνω από τη θύρα η κτητορική επιγραφή.
Η πρώτη αίθουσα, αυτή που προορίζεται για την απόδυση κι ένδυση των λουομένων, έχει στην κάτοψή της σχήμα οκταγωνικό και είναι θολοσκέπαστη. Εσωτερικά ο θόλος φέρει πλούσια διακόσμηση με φυτικά θέματα. Στην αίθουσα αυτή υπάρχει ξύλινος εξώστης, διαχωρισμένος σε επιμέρους τμήματα, που προορίζονταν κυρίως για την ανάπαυση των λουομένων. Πρόκειται για μεταγενέστερη κατασκευή αλλά σίγουρα υπήρχε εξώστης και στην αρχική φάση. Η πρόσβαση στον εξώστη γίνεται με μια ξύλινη σκάλα. Μια σειρά από τοξοειδή καγκελόφραχτα παράθυρα εξασφάλιζαν το φυσικό φωτισμό τη αίθουσας αυτής. Μια στενή δίοδος στα ανατολικά μας οδηγεί στην επόμενη αίθουσα.
Η δεύτερη (ψυχρή αίθουσα) που είναι μικρότερη από την προηγούμενη έχει κι αυτή σχήμα οκταγωνικό στην κάτοψή της και είναι θολοσκέπαστη. Ο θόλος καθώς επίσης και οι τοίχοι της αίθουσας φέρουν πλούσια ζωγραφική διακόσμηση. Μια σειρά από οπές στην κορυφή και στα τοιχώματα του θόλου εξασφαλίζουν τον άπλετο φωτισμό της αίθουσας. Στα βόρεια της αίθουσας ανοίγεται ένας μικρότερος ορθογώνιος χώρος που προοριζόταν μάλλον για το καθάρισμα των πετσετών. Μια στενή δίοδος στα ανατολικά μας οδηγεί στην επόμενη αίθουσα.
Η τρίτη αίθουσα (εσωτερικό λουτρό) είναι ο πιο εντυπωσιακός χώρος του χαμάμ. Πρόκειται για μια τετράγωνη στην κάτοψή της αίθουσα που διαμορφώνεται σταυρικά. Στο κέντρο της αίθουσας υπάρχει η «πέτρα της κοιλιάς», το υπερυψωμένο βάθρο όπου οι υπάλληλοι του χαμάμ έκαναν τις εντριβές στους λουόμενους. Στις τέσσερις κεραίες του σταυρού και στους επιμέρους παράπλευρους χώρους διασώζονται οι γούρνες. Ο χώρος σκεπάζεται με θόλους οι οποίοι στηρίζονται στους τοίχους της αίθουσας και στους τέσσερις πεσσούς που βρίσκονται στο κέντρο της. Οι πεσσοί αυτοί, στο σημείο που αρχίζει η καμπύλη της αψίδας που δημιουργείται, φέρουν γλυπτό διάκοσμο με μουκαρνάς. Από τους θόλους της αίθουσας αυτής, ο κεντρικός, αυτός που βρίσκεται πάνω από την «πέτρα της κοιλιάς», είναι πιο υπερυψωμένος από τους υπόλοιπους. Η αίθουσα φέρει έντονα σημάδια από το ζωγραφικό διάκοσμό της, κυρίως στο επάνω τμήμα της. Μια σειρά από οπές στους θόλους εξασφαλίζουν, όπως και στην προηγούμενη αίθουσα, τον άπλετο φωτισμό της. Μια μικρή είσοδος οδηγεί σ’ έναν ορθογώνιο χώρο, ο οποίος προοριζόταν για το ιδιαίτερο λουτρό του σουλτάνου. Πρόκειται για ένα χώρο με εξαιρετικά πλούσιο ζωγραφικό και γλυπτό διάκοσμο με μουκαρνάς. Οπές στην οροφή, όπως και στις λοιπές αίθουσες του κτιρίου, εξασφαλίζουν το φυσικό φωτισμό του χώρου.
Εξωτερικά το κτίριο παρουσιάζει επιμελημένη τοιχοδομία, ενώ όλοι οι θόλοι του είναι σκεπασμένοι με κοίλα κεραμίδια.
Το Μπέη Χαμάμ λειτουργούσε μέχρι το 1968, γνωστό με την ονομασία «Λουτρά ο Παράδεισος». Το 1972 περιήλθε στην Αρχαιολογική Υπηρεσία και σήμερα , μετά τα έργα αποκατάστασης του κτιρίου, αποτελεί χώρο ανοικτό για το κοινό.
Ομάδα 5 : Μαυρίδου Πασχαλίνα, Μιντσούδης Άγγελος,
Μπαλκουράνος Χρήστος, Μήτση Παναγιώτα,
Λίντσας Στέργιος
Άλλα τζαμιά της πόλης
Άλλα τζαμιά της πόλης
Εβραϊκό Μουσείο
Οι Εβραίοι της Θεσσαλονίκης
Τέλος 4ου με αρχές 3ου αιώνα π.Χ.: την περίοδο αυτή, λίγα χρόνια μετά την ίδρυση της πόλης, θα πρέπει να έφτασαν και να εγκαταστάθηκαν στη Θεσσαλονίκη οι πρώτοι Εβραίοι. Δημιούργησαν μια μικρή παροικία, σε μια περιοχή κοντά στο λιμάνι και στη συναγωγή τους κήρυξε αργότερα ο απόστολος Παύλος (50 μ.Χ). Οι πρώτοι αυτοί Εβραίοι της Θεσσαλονίκης, λίγοι στον αριθμό, μίλησαν σιγά σιγά την ελληνική γλώσσα και ήταν γνωστοί με το όνομα ‘ Ρωμανιώτες `.
Τέλη 15ου με αρχές 16ου αιώνα : Την περίοδο αυτή έφτασαν και εγκαταστάθηκαν στη Θεσσαλονίκη, όπως και σε άλλες πόλεις της τότε οθωμανικής αυτοκρατορίας, χιλιάδες Εβραίοι διωγμένοι από διάφορα χριστιανικά κράτη της Ευρώπης. Οι Τούρκοι τους δέχτηκαν πρόθυμα στην επικράτειά τους, τους προστάτεψαν, τους απάλλαξαν από δυσάρεστες υποχρεώσεις και τους παραχώρησαν ορισμένα φορολογικά προνόμια, γεγονός που διευκόλυνε τις εμπορικές τους δραστηριότητες και την οικονομική τους ανάπτυξη.
Οι Εβραίοι που ήταν εγκατεστημένοι στην Θεσσαλονίκη από τα ελληνιστικά χρόνια, είχαν αφομoιωθεί γλωσσικά με το περιβάλλον και μιλούσαν ελληνικά. Είχαν διατηρήσει όμως την εθνική, θρησκευτική και πολιτιστική τους ιδιαιτερότητα. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Εβραίου περιηγητή Βενιαμίν της Τουλέδος, που πέρασε από τη Θεσσαλονίκη το 12ο αιώνα, οι Ρωμανιώτες ήταν τότε περίπου 500.
Ο αριθμός αυτός δεν μεταβλήθηκε σημαντικά ως τα τέλη του 15ου αιώνα. Τότε άρχισαν να φτάνουν κατά κύματα Εβραίοι κυνηγημένοι από το θρησκευτικό φανατισμό των ηγεμόνων και του κλήρου των χριστιανικών χωρών της Ευρώπης. Πολλοί από αυτούς προέρχονταν από περιοχές της κεντρικής και της ανατολικής Ευρώπης( Γερμανία, Ουγγαρία, κ.α. ), μιλούσαν οι περισσότεροι γερμανικά και είναι γνωστοί με την ονομασία ΄Ασκεναλίμ`.
Η μεγαλύτερη όμως ομάδα Εβραίων που έφτασαν και εγκαταστάθηκαν την περίοδο αυτή στη Θεσσαλονίκη προέρχονταν από την Ισπανία. Οι βασιλιάδες της χώρας αυτής , ο Φερδινάδος και η Ισαβέλα, είχαν κατορθώσει, μετά από μακροχρόνιους αγώνες , να εξοντώσουν τους Άραβες από την Ιβηρική χερσόνησο και στράφηκαν στη συνέχεια εναντίον του άλλου μη χριστιανικού στοιχείου της επικράτειάς τους , των Εβραίων. Μέσα σε ένα κλίμα έντονου θρησκευτικού φανατισμού και κάτω από την επιρροή της Ιερής Εξέτασης , υπέγραψαν το Μάρτιο του 1492 το ``Διάταγμα της Γρανάδας ``. Σύμφωνα με αυτό, όλοι οι Εβραίοι που ζούσαν στην Ισπανία, χωρίς καμιά εξαίρεση, έπρεπε ή να αλλαξοπιστήσουν και να βαπτιστούν χριστιανοί ή να εγκαταλείψουν σε σύντομο χρονικό διάστημα τη χώρα. Ο κύριος όγκος των χιλιάδων προσφύγων που εγκατέλειψαν τότε την Ισπανία κατευθύνθηκε προς τις περιοχές της ΝΑ Μεσογείου και διαμοιράστηκε στις πόλεις της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Ένα μεγάλο τμήμα τους , περίπου 15.000 ,ίσως και περισσότεροι, ήρθε και εγκαταστάθηκε στη Θεσσαλονίκη. Οι καταλανόφωνοι αυτοί Εβραίοι είναι γνωστοί με την ονομασία `` Σεφαρδίμ ``.
Τέλος , στον εβραϊκό πληθυσμό της πόλης προστέθηκαν και άλλες μικρότερες ομάδες Εβραίων προσφύγων από διάφορες περιοχές, όπως από την Πορτογαλία , από τη Σικελία και την κάτω Ιταλία και από τη νότια Γαλλία.
Από τους Εβραίους πρόσφυγες που ήρθαν στη Θεσσαλονίκη, οι προερχόμενοι από την Ισπανία ήταν οι πιο πολυάριθμοι και οι πιο εξελιγμένοι σε όλους τους τομείς. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να επιβάλουν στους άλλους ομοεθνείς τους τις συνήθειές τους και τη γλώσσα τους , που ήταν η Ισπανική διάλεκτος της Καστίλλης. Οι άλλες ομάδες , και οι πρόσφυγες αλλά και οι παλιότεροι Εβραίοι κάτοικοι της πόλης , οι Ρωμανιώτες , αφομοιώθηκαν σιγά σιγά με τους Σεφαρδίμ, δέχτηκαν τη δική τους θρησκευτική και πολιτιστική παράδοση και μίλησαν την ίδια γλώσσα , τα γνωστά ως Ισπανοεβραϊκά.
Η πρώτη και άμεση συνέπεια που είχε για τη Θεσσαλονίκη η εγκατάσταση των Εβραίων εποίκων ήταν η αύξηση του πληθυσμού. Παράλληλα μεταβλήθηκε και η εθνολογική και θρησκευτική του σύνθεση. Το 1518-19, όταν ολοκληρώθηκε η άφιξη των προσφύγων , ο πληθυσμός της πόλης ξεπέρασε τις 25.000 κι από αυτούς Εβραίοι ήταν οι περισσότεροι από τους μισούς. Έτσι σχηματίστηκαν οι 3 μεγάλες εθνότητες της πόλης : οι Εβραίοι, οι Έλληνες και οι Τούρκοι. Αυτή η πολυεθνικότητα αποτέλεσε ένα βασικό χαρακτηριστικό του πληθυσμού της πόλης ως τις αρχές του 20ου αιώνα. Η μεταβολή άρχισε το 1922 και ολοκληρώθηκε το 1943, όπου εξοντώθηκαν σχεδόν όλοι οι Εβραίοι.
Οι Εβραίοι που έφτασαν στη Θεσσαλονίκη από τα τέλη του 15ου αιώνα, βρήκαν ένα πρόσφορο έδαφος αξιοποιώντας τις επιχειρηματικές τους ικανότητες. Επωφελούμενοι από τα προνόμια που τους είχαν παραχωρήσει οι Τούρκοι, ανέπτυξαν μια αξιόλογη εμπορική και βιοτεχνική δραστηριότητα, που συνέβαλε στην ανάπτυξη της πόλης, η οποία εξελίχθηκε σε σημαντικό οικονομικό κέντρο των Βαλκανίων. Παράλληλα, οι Εβραίοι ανέπτυξαν στη νέα ασφαλή πατρίδα τους μία πλούσια πολιτιστική δραστηριότητα. Έτσι, για όλους αυτούς τους λόγους η Θεσσαλονίκη τιμήθηκε με τον τίτλο ``Μητέρα του Ισραήλ``.
Τον Απρίλιο του 1941 λίγες μέρες μετά την είσοδό τους στη Θεσσαλονίκη, οι Γερμανοί έδειξαν τις διαθέσεις τους απέναντι στους Εβραίους της πόλης, αρχίζοντας ουσιαστικά το διωγμό τους. Συγκεκριμένα, στις 15 Απριλίου συνέλαβαν μέλη του εβραϊκού κοινοτικού συμβουλίου και λεηλάτησαν τα γραφεία και την κοινοτική περιουσία της εβραϊκής κοινότητας. Την άνοιξη του 1943 οι Εβραίοι της Θεσσαλονίκης οδηγούνται στα ναζιστικά στρατόπεδα, όπου εξοντώνονται στους θαλάμους των αερίων. Η εφαρμογή του σχεδίου εξόντωσης άρχισε από το Φεβρουάριο του 1943. Όλοι οι Εβραίοι της πόλης , άνω των 5 ετών, υποχρεώθηκαν να φορούν το κίτρινο άστρο και να κατοικούν σε συγκεκριμένες περιοχές (γκέτο).
Στη συνέχεια οι ναζί προχώρησαν στο 2ο μέρος του σχεδίου τους. Για να παραπλανήσουν τους Εβραίους και να αποφύγουν ενδεχόμενη μαχητική αντίδραση, τους πληροφόρησαν ότι θα τους μεταφέρουν στην Κρακοβία της Πολωνίας για ``επανεγκατάσταση``. Στις 15 Μαρτίου 1943 άρχισαν να συγκεντρώνουν τα ανυπεράσπιστα θύματά τους και να τα στέλνουν στον τόπο εξόντωσης , στοιβαγμένους σε βαγόνια που προορίζονταν για ζώα. Την πρώτη αποστολή ακολούθησαν άλλες 18, μέχρι τον Αύγουστο του 1943 , ώσπου όλοι οι Εβραίοι της πόλης , χωρίς καμία εξαίρεση , μεταφέρθηκαν στα στρατόπεδα του Μπρίγκερναου , κυρίως , του Μπέργκεν-Μπέσλεν και του Αουσβίτς , όπου και θανατώθηκαν με φρικτό τρόπο στους θαλάμους αερίων. Υπολογίζεται ότι 45.000 περίπου Θεσσαλονικείς Εβραίοι , θύματα της ναζιστικής αγριότητας , βρήκαν τραγικό θάνατο στα εφιαλτικά εκείνα στρατόπεδα. Ελάχιστοι από αυτούς , περίπου 2.000 , επέζησαν και ξαναγύρισαν στην πόλη μετά το τέλος του πολέμου.
Εβραϊκό Νεκροταφείο
Είναι γνωστό ότι οι Ναζί κατέστρεψαν το αρχαίο εβραϊκό νεκροταφείο της Θεσσαλονίκης που καταλάμβανε έκταση 300.000 τ.μ. περίπου , στο χώρο της σημερινής Πανεπιστημιούπολης. Τα ταφικά μνημεία λεηλατήθηκαν και διασκορπίστηκαν σε ολόκληρη την πόλη. Μετά την απελευθέρωση , η κοινότητα χρησιμοποιεί το νέο νεκροταφείο της στην περιοχή της Σταυρούπολης , το οποίο της παραχωρήθηκε το 1988. Εκεί μεταφέρθηκαν κάποια μάρμαρα του παλιού νεκροταφείου που διασώθηκαν κι εκεί έχει ανεγερθεί ένα μνημείο των θυμάτων του Ολοκαυτώματος.
Γιαχούντι Χαμάμ
Το Γιαχούντι Χαμάμ ή Λουλουδάδικα βρίσκεται στην περιοχή της κεντρικής αγοράς της Θεσσαλονίκης , γι’ αυτό και ήταν γνωστό με την επωνυμία Λουτρό της μεγάλης αγοράς . Ήταν διπλό λουτρό , με ξεχωριστό τμήμα για άνδρες και για γυναίκες. Λεγόταν και `` Γιαχούντι Χαμάμ `` δηλαδή Εβραϊκό λουτρό , επειδή βρισκόταν σε εβραϊκή συνοικία , αν και χρησιμοποιούνταν κυρίως από Τούρκους. Επίσης, εκτός από λουτρό χρησιμοποιούνταν και ως χώρος συνάντησης των γυναικών, για να ξεφύγουν από την κλεισούρα του σπιτιού. Το Γιαχούντι Χαμάμ λειτουργούσε ως λουτρό μέχρι το 1912. Σήμερα ονομάζεται Λουλουδάδικα, γιατί ο χώρος έξω από το κτίριο είναι γεμάτος από ανθοπωλεία.
Η ισραηλιτική κοινότητα Θεσσαλονίκης μετά το ολοκαύτωμα και μέχρι σήμερα
Όπως είναι γνωστό μόνο το 4% περίπου σώθηκαν από τους Εβραίους της προπολεμικής Θεσσαλονίκης. Αρχικά, με την απελευθέρωση της πόλης από τους Ναζί (Οκτώβριος 1944), εμφανίστηκαν λίγοι Εβραίοι που εντάχτηκαν στην αντίσταση ή κρύφτηκαν μέσα στην Ελλάδα. Αυτοί συγκεντρώθηκαν στη συναγωγή Μοναστηριωτών ,τη μόνη που διασώθηκε και εξέλεξαν μία διοίκουσα επιτροπή που κατάφερε να πάρει τα ακίνητα της κοινότητας και να οργανώσει μία υποτυπώδη έστω κοινοτική ζωή με τη βοήθεια οργανισμών όπως JOINT και HIAS. Από το Μάιο του 1945 άρχισαν να καταφθάνουν και οι υπόλοιποι διασωθέντες, εκ των οποίων οι περισσότεροι είχαν μείνει χωρίς οικογένειες και μέσα συντήρησης. Όσοι κατάφεραν να ξαναπάρουν τα σπίτια τους και τα μαγαζιά τους τα βρήκαν λεηλατημένα από τους Ναζί και τους συνεργάτες τους. Στεγάζονταν σε κτίρια κοινοτικών ιδρυμάτων και σιτίζονταν σε συσσίτια που οργάνωνε η κοινότητα, που αρχίζει να ξαναβρίσκει το δρόμο της.
Σήμερα διατηρεί 3 συναγωγές και διαθέτει 1 ραβίνο. Ως προς την παιδεία, η κοινότητα διαθέτει εβραιοδιδάσκαλους μετακαλούμενους από το Ισραήλ ή Ελληνοεβραίους που εκπαιδεύτηκαν εκεί. Τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια η κοινότητα είχε 2 δημοτικά σχολεία , ώστε τα παιδιά να είναι συγκεντρωμένα και να μπορούν να διδάσκονται στοιχεία εβραϊκής γλώσσας και θρησκείας. Από το 1979 η κοινότητα διαθέτει το δικό της ιδιωτικό δημοτικό σχολείο και νηπιαγωγείο. Επίσης, η κοινότητα διατηρεί κοινοτικό κέντρο με αίθουσες για τους νέους και το μοναδικό στην Ελλάδα άσυλο γερόντων.
Τέλος 4ου με αρχές 3ου αιώνα π.Χ.: την περίοδο αυτή, λίγα χρόνια μετά την ίδρυση της πόλης, θα πρέπει να έφτασαν και να εγκαταστάθηκαν στη Θεσσαλονίκη οι πρώτοι Εβραίοι. Δημιούργησαν μια μικρή παροικία, σε μια περιοχή κοντά στο λιμάνι και στη συναγωγή τους κήρυξε αργότερα ο απόστολος Παύλος (50 μ.Χ). Οι πρώτοι αυτοί Εβραίοι της Θεσσαλονίκης, λίγοι στον αριθμό, μίλησαν σιγά σιγά την ελληνική γλώσσα και ήταν γνωστοί με το όνομα ‘ Ρωμανιώτες `.
Τέλη 15ου με αρχές 16ου αιώνα : Την περίοδο αυτή έφτασαν και εγκαταστάθηκαν στη Θεσσαλονίκη, όπως και σε άλλες πόλεις της τότε οθωμανικής αυτοκρατορίας, χιλιάδες Εβραίοι διωγμένοι από διάφορα χριστιανικά κράτη της Ευρώπης. Οι Τούρκοι τους δέχτηκαν πρόθυμα στην επικράτειά τους, τους προστάτεψαν, τους απάλλαξαν από δυσάρεστες υποχρεώσεις και τους παραχώρησαν ορισμένα φορολογικά προνόμια, γεγονός που διευκόλυνε τις εμπορικές τους δραστηριότητες και την οικονομική τους ανάπτυξη.
Οι Εβραίοι που ήταν εγκατεστημένοι στην Θεσσαλονίκη από τα ελληνιστικά χρόνια, είχαν αφομoιωθεί γλωσσικά με το περιβάλλον και μιλούσαν ελληνικά. Είχαν διατηρήσει όμως την εθνική, θρησκευτική και πολιτιστική τους ιδιαιτερότητα. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Εβραίου περιηγητή Βενιαμίν της Τουλέδος, που πέρασε από τη Θεσσαλονίκη το 12ο αιώνα, οι Ρωμανιώτες ήταν τότε περίπου 500.
Ο αριθμός αυτός δεν μεταβλήθηκε σημαντικά ως τα τέλη του 15ου αιώνα. Τότε άρχισαν να φτάνουν κατά κύματα Εβραίοι κυνηγημένοι από το θρησκευτικό φανατισμό των ηγεμόνων και του κλήρου των χριστιανικών χωρών της Ευρώπης. Πολλοί από αυτούς προέρχονταν από περιοχές της κεντρικής και της ανατολικής Ευρώπης( Γερμανία, Ουγγαρία, κ.α. ), μιλούσαν οι περισσότεροι γερμανικά και είναι γνωστοί με την ονομασία ΄Ασκεναλίμ`.
Η μεγαλύτερη όμως ομάδα Εβραίων που έφτασαν και εγκαταστάθηκαν την περίοδο αυτή στη Θεσσαλονίκη προέρχονταν από την Ισπανία. Οι βασιλιάδες της χώρας αυτής , ο Φερδινάδος και η Ισαβέλα, είχαν κατορθώσει, μετά από μακροχρόνιους αγώνες , να εξοντώσουν τους Άραβες από την Ιβηρική χερσόνησο και στράφηκαν στη συνέχεια εναντίον του άλλου μη χριστιανικού στοιχείου της επικράτειάς τους , των Εβραίων. Μέσα σε ένα κλίμα έντονου θρησκευτικού φανατισμού και κάτω από την επιρροή της Ιερής Εξέτασης , υπέγραψαν το Μάρτιο του 1492 το ``Διάταγμα της Γρανάδας ``. Σύμφωνα με αυτό, όλοι οι Εβραίοι που ζούσαν στην Ισπανία, χωρίς καμιά εξαίρεση, έπρεπε ή να αλλαξοπιστήσουν και να βαπτιστούν χριστιανοί ή να εγκαταλείψουν σε σύντομο χρονικό διάστημα τη χώρα. Ο κύριος όγκος των χιλιάδων προσφύγων που εγκατέλειψαν τότε την Ισπανία κατευθύνθηκε προς τις περιοχές της ΝΑ Μεσογείου και διαμοιράστηκε στις πόλεις της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Ένα μεγάλο τμήμα τους , περίπου 15.000 ,ίσως και περισσότεροι, ήρθε και εγκαταστάθηκε στη Θεσσαλονίκη. Οι καταλανόφωνοι αυτοί Εβραίοι είναι γνωστοί με την ονομασία `` Σεφαρδίμ ``.
Τέλος , στον εβραϊκό πληθυσμό της πόλης προστέθηκαν και άλλες μικρότερες ομάδες Εβραίων προσφύγων από διάφορες περιοχές, όπως από την Πορτογαλία , από τη Σικελία και την κάτω Ιταλία και από τη νότια Γαλλία.
Από τους Εβραίους πρόσφυγες που ήρθαν στη Θεσσαλονίκη, οι προερχόμενοι από την Ισπανία ήταν οι πιο πολυάριθμοι και οι πιο εξελιγμένοι σε όλους τους τομείς. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να επιβάλουν στους άλλους ομοεθνείς τους τις συνήθειές τους και τη γλώσσα τους , που ήταν η Ισπανική διάλεκτος της Καστίλλης. Οι άλλες ομάδες , και οι πρόσφυγες αλλά και οι παλιότεροι Εβραίοι κάτοικοι της πόλης , οι Ρωμανιώτες , αφομοιώθηκαν σιγά σιγά με τους Σεφαρδίμ, δέχτηκαν τη δική τους θρησκευτική και πολιτιστική παράδοση και μίλησαν την ίδια γλώσσα , τα γνωστά ως Ισπανοεβραϊκά.
Η πρώτη και άμεση συνέπεια που είχε για τη Θεσσαλονίκη η εγκατάσταση των Εβραίων εποίκων ήταν η αύξηση του πληθυσμού. Παράλληλα μεταβλήθηκε και η εθνολογική και θρησκευτική του σύνθεση. Το 1518-19, όταν ολοκληρώθηκε η άφιξη των προσφύγων , ο πληθυσμός της πόλης ξεπέρασε τις 25.000 κι από αυτούς Εβραίοι ήταν οι περισσότεροι από τους μισούς. Έτσι σχηματίστηκαν οι 3 μεγάλες εθνότητες της πόλης : οι Εβραίοι, οι Έλληνες και οι Τούρκοι. Αυτή η πολυεθνικότητα αποτέλεσε ένα βασικό χαρακτηριστικό του πληθυσμού της πόλης ως τις αρχές του 20ου αιώνα. Η μεταβολή άρχισε το 1922 και ολοκληρώθηκε το 1943, όπου εξοντώθηκαν σχεδόν όλοι οι Εβραίοι.
Οι Εβραίοι που έφτασαν στη Θεσσαλονίκη από τα τέλη του 15ου αιώνα, βρήκαν ένα πρόσφορο έδαφος αξιοποιώντας τις επιχειρηματικές τους ικανότητες. Επωφελούμενοι από τα προνόμια που τους είχαν παραχωρήσει οι Τούρκοι, ανέπτυξαν μια αξιόλογη εμπορική και βιοτεχνική δραστηριότητα, που συνέβαλε στην ανάπτυξη της πόλης, η οποία εξελίχθηκε σε σημαντικό οικονομικό κέντρο των Βαλκανίων. Παράλληλα, οι Εβραίοι ανέπτυξαν στη νέα ασφαλή πατρίδα τους μία πλούσια πολιτιστική δραστηριότητα. Έτσι, για όλους αυτούς τους λόγους η Θεσσαλονίκη τιμήθηκε με τον τίτλο ``Μητέρα του Ισραήλ``.
Τον Απρίλιο του 1941 λίγες μέρες μετά την είσοδό τους στη Θεσσαλονίκη, οι Γερμανοί έδειξαν τις διαθέσεις τους απέναντι στους Εβραίους της πόλης, αρχίζοντας ουσιαστικά το διωγμό τους. Συγκεκριμένα, στις 15 Απριλίου συνέλαβαν μέλη του εβραϊκού κοινοτικού συμβουλίου και λεηλάτησαν τα γραφεία και την κοινοτική περιουσία της εβραϊκής κοινότητας. Την άνοιξη του 1943 οι Εβραίοι της Θεσσαλονίκης οδηγούνται στα ναζιστικά στρατόπεδα, όπου εξοντώνονται στους θαλάμους των αερίων. Η εφαρμογή του σχεδίου εξόντωσης άρχισε από το Φεβρουάριο του 1943. Όλοι οι Εβραίοι της πόλης , άνω των 5 ετών, υποχρεώθηκαν να φορούν το κίτρινο άστρο και να κατοικούν σε συγκεκριμένες περιοχές (γκέτο).
Στη συνέχεια οι ναζί προχώρησαν στο 2ο μέρος του σχεδίου τους. Για να παραπλανήσουν τους Εβραίους και να αποφύγουν ενδεχόμενη μαχητική αντίδραση, τους πληροφόρησαν ότι θα τους μεταφέρουν στην Κρακοβία της Πολωνίας για ``επανεγκατάσταση``. Στις 15 Μαρτίου 1943 άρχισαν να συγκεντρώνουν τα ανυπεράσπιστα θύματά τους και να τα στέλνουν στον τόπο εξόντωσης , στοιβαγμένους σε βαγόνια που προορίζονταν για ζώα. Την πρώτη αποστολή ακολούθησαν άλλες 18, μέχρι τον Αύγουστο του 1943 , ώσπου όλοι οι Εβραίοι της πόλης , χωρίς καμία εξαίρεση , μεταφέρθηκαν στα στρατόπεδα του Μπρίγκερναου , κυρίως , του Μπέργκεν-Μπέσλεν και του Αουσβίτς , όπου και θανατώθηκαν με φρικτό τρόπο στους θαλάμους αερίων. Υπολογίζεται ότι 45.000 περίπου Θεσσαλονικείς Εβραίοι , θύματα της ναζιστικής αγριότητας , βρήκαν τραγικό θάνατο στα εφιαλτικά εκείνα στρατόπεδα. Ελάχιστοι από αυτούς , περίπου 2.000 , επέζησαν και ξαναγύρισαν στην πόλη μετά το τέλος του πολέμου.
Εβραϊκό Νεκροταφείο
Είναι γνωστό ότι οι Ναζί κατέστρεψαν το αρχαίο εβραϊκό νεκροταφείο της Θεσσαλονίκης που καταλάμβανε έκταση 300.000 τ.μ. περίπου , στο χώρο της σημερινής Πανεπιστημιούπολης. Τα ταφικά μνημεία λεηλατήθηκαν και διασκορπίστηκαν σε ολόκληρη την πόλη. Μετά την απελευθέρωση , η κοινότητα χρησιμοποιεί το νέο νεκροταφείο της στην περιοχή της Σταυρούπολης , το οποίο της παραχωρήθηκε το 1988. Εκεί μεταφέρθηκαν κάποια μάρμαρα του παλιού νεκροταφείου που διασώθηκαν κι εκεί έχει ανεγερθεί ένα μνημείο των θυμάτων του Ολοκαυτώματος.
Γιαχούντι Χαμάμ
Το Γιαχούντι Χαμάμ ή Λουλουδάδικα βρίσκεται στην περιοχή της κεντρικής αγοράς της Θεσσαλονίκης , γι’ αυτό και ήταν γνωστό με την επωνυμία Λουτρό της μεγάλης αγοράς . Ήταν διπλό λουτρό , με ξεχωριστό τμήμα για άνδρες και για γυναίκες. Λεγόταν και `` Γιαχούντι Χαμάμ `` δηλαδή Εβραϊκό λουτρό , επειδή βρισκόταν σε εβραϊκή συνοικία , αν και χρησιμοποιούνταν κυρίως από Τούρκους. Επίσης, εκτός από λουτρό χρησιμοποιούνταν και ως χώρος συνάντησης των γυναικών, για να ξεφύγουν από την κλεισούρα του σπιτιού. Το Γιαχούντι Χαμάμ λειτουργούσε ως λουτρό μέχρι το 1912. Σήμερα ονομάζεται Λουλουδάδικα, γιατί ο χώρος έξω από το κτίριο είναι γεμάτος από ανθοπωλεία.
Η ισραηλιτική κοινότητα Θεσσαλονίκης μετά το ολοκαύτωμα και μέχρι σήμερα
Όπως είναι γνωστό μόνο το 4% περίπου σώθηκαν από τους Εβραίους της προπολεμικής Θεσσαλονίκης. Αρχικά, με την απελευθέρωση της πόλης από τους Ναζί (Οκτώβριος 1944), εμφανίστηκαν λίγοι Εβραίοι που εντάχτηκαν στην αντίσταση ή κρύφτηκαν μέσα στην Ελλάδα. Αυτοί συγκεντρώθηκαν στη συναγωγή Μοναστηριωτών ,τη μόνη που διασώθηκε και εξέλεξαν μία διοίκουσα επιτροπή που κατάφερε να πάρει τα ακίνητα της κοινότητας και να οργανώσει μία υποτυπώδη έστω κοινοτική ζωή με τη βοήθεια οργανισμών όπως JOINT και HIAS. Από το Μάιο του 1945 άρχισαν να καταφθάνουν και οι υπόλοιποι διασωθέντες, εκ των οποίων οι περισσότεροι είχαν μείνει χωρίς οικογένειες και μέσα συντήρησης. Όσοι κατάφεραν να ξαναπάρουν τα σπίτια τους και τα μαγαζιά τους τα βρήκαν λεηλατημένα από τους Ναζί και τους συνεργάτες τους. Στεγάζονταν σε κτίρια κοινοτικών ιδρυμάτων και σιτίζονταν σε συσσίτια που οργάνωνε η κοινότητα, που αρχίζει να ξαναβρίσκει το δρόμο της.
Σήμερα διατηρεί 3 συναγωγές και διαθέτει 1 ραβίνο. Ως προς την παιδεία, η κοινότητα διαθέτει εβραιοδιδάσκαλους μετακαλούμενους από το Ισραήλ ή Ελληνοεβραίους που εκπαιδεύτηκαν εκεί. Τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια η κοινότητα είχε 2 δημοτικά σχολεία , ώστε τα παιδιά να είναι συγκεντρωμένα και να μπορούν να διδάσκονται στοιχεία εβραϊκής γλώσσας και θρησκείας. Από το 1979 η κοινότητα διαθέτει το δικό της ιδιωτικό δημοτικό σχολείο και νηπιαγωγείο. Επίσης, η κοινότητα διατηρεί κοινοτικό κέντρο με αίθουσες για τους νέους και το μοναδικό στην Ελλάδα άσυλο γερόντων.
Ομάδα 6 : Μιρμίγκου Σοφία, Μπεκιαρίδης Παναγιώτης,
B4, Η περιβαλλοντική ομάδα του 6ου Γυμνασίου Ευόσμου
Στο Φεστιβάλ Περιβαλλοντικών Προγραμμάτων παρουσιάσαμε την ομάδα μας, τη δουλειά μας και το ιστολόγιό μας. Συνολικά, ευχαριστηθήκαμε το πρόγραμμά μας, μάθαμε καλύτερα την πόλη μας, την περπατήσαμε, την αγαπήσαμε περισσότερο. Την επόμενη σχολική χρονιά συνεχίζουμε την περιήγησή μας και το ταξίδι μας στο χρόνο.
Όμως η επικοινωνία δε σταματά ->
Σχολιάστε τον τρόπο που η σύγχρονη Θεσσαλονίκη αντιμετωπίζει τα μνημεία της.
Σχολιάστε χαρακτηριστικά και στοιχεία της πόλης που δε σας αρέσουν.
Σχολιάστε κάτι που σας αρέσει στην πόλη μας.
Κάντε τις προτάσεις σας για να γίνει ομορφότερη και καλύτερη.
Πάρτε μέρος στο διάλογο για την πόλη μας, τα μνημεία μας, την καθημερινότητά μας.
Όμως η επικοινωνία δε σταματά ->
Σχολιάστε τον τρόπο που η σύγχρονη Θεσσαλονίκη αντιμετωπίζει τα μνημεία της.
Σχολιάστε χαρακτηριστικά και στοιχεία της πόλης που δε σας αρέσουν.
Σχολιάστε κάτι που σας αρέσει στην πόλη μας.
Κάντε τις προτάσεις σας για να γίνει ομορφότερη και καλύτερη.
Πάρτε μέρος στο διάλογο για την πόλη μας, τα μνημεία μας, την καθημερινότητά μας.
Κ α λ ό Κ α λ ο κ α ί ρ ι ...
Εγγραφή σε:
Σχόλια (Atom)
