Τρίτη 25 Μαρτίου 2008

Βυζαντινό Μουσείο

Επισκεφθήκαμε το Βυζαντινό Μουσείο και ξεναγηθήκαμε σ΄ αυτό. Κατά τη διάρκεια της ξενάγησης η ομάδα που είχε ασχοληθεί με τα τείχη της πόλης και το Λευκό Πύργο μας παρουσίασε τα αποτελέσματα της έρευνάς της.
Λευκός Πύργος
Ο Λευκός Πύργος άλλαξε πολλά ονόματα και χρήσεις ώσπου να αποκτήσει τη σημερινή του ονομασία και λειτουργία. Τον 18ο αιώνα ονομαζόταν «Φρούριο της Καλαμαριάς» και κατά τον 19ο αιώνα, οπότε λειτουργούσε ως φυλακή βαρυποινιτών, «Πύργος των Γενιτσάρων» και «Kanli-Kule», δηλαδή Πύργος του Αίματος. Το 1890 ο φυλακισμένος στον πύργο Nathan Guéledi τον ασβέστωσε, με αντάλλαγμα την ελευθερία του: από τότε αναφέρεται ως Beyaz-Kule, δηλαδή Λευκός Πύργος.Κατά την επικρατέστερη άποψη η χρονολόγηση του μνημείου τοποθετείται αμέσως μετά την κατάκτηση της Θεσσαλονίκης από τους Τούρκους (1430). Μετά την απελευθέρωση (1912) το μνημείο περιήλθε στο ελληνικό δημόσιο και στους χώρους του εγκαταστάθηκαν κατά καιρούς η αεράμυνα της πόλης, το εργαστήριο Μετεωρολογίας του Πανεπιστημίου και έως το 1983 συστήματα Ναυτοπροσκόπων. Με δεδομένη την ιστορικότητα του μνημείου και τον χαρακτήρα του ως συμβόλου της πόλης κρίθηκε σκόπιμο να δοθεί στο Λευκό Πύργο νέα χρήση και να λειτουργήσει ως εκθεσιακός χώρος. Η Αρχαιολογική Υπηρεσία ξεκίνησε το 1983 στο μνημείο αναστηλωτικές εργασίες προκειμένου να συντηρηθεί και να διαμορφωθεί κατάλληλα σε εκθεσιακό χώρο.Από το 1985 παρουσιάστηκε στον Λευκό Πύργο η μόνιμη έκθεση «Θεσσαλονίκη: Ιστορία και Τέχνη», έως το 1994 οπότε άνοιξε το Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού και τα εκθέματα άρχισαν να μεταφέρονται σταδιακά σε αυτό.Το 2001 παρουσιάστηκε στο Λευκό Πύργο η εντυπωσιακή έκθεση «Καθημερινή ζωή στο Βυζάντιο» στο πλαίσιο του δικτύου τριών εκθέσεων με το γενικό τίτλο «Ώρες Βυζαντίου, Έργα και Ημέρες στο Βυζάντιο» και το 2002 έκθεση έργων του ζωγράφου και συντηρητή αρχαιοτήτων Φώτη Ζαχαρίου με τον τίτλο «Aθως: Αποτυπώσεις και Μνήμες».Ο Λευκός Πύργος θα φιλοξενήσει τη νέα μεγάλη μόνιμη έκθεση που οργανώνει το Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού, αφιερωμένη στην πόλη της Θεσσαλονίκης και τους ανθρώπους της.Καθώς οι εργασίες για την προετοιμασία της έκθεσης έχουν ήδη ξεκινήσει, το μνημείο θα παραμείνει κλειστό για το κοινό έως τα μέσα του 2007, οπότε αναμένεται να ανοίξει η έκθεση.Η έκθεση επιχειρεί να προβάλει τα στοιχεία που διακρίνουν διαχρονικά τη Θεσσαλονίκη, όπως ο αστικός και ο κοσμοπολίτικος χαρακτήρας της. Η πόλη, από την ίδρυσή της το 315 π.χ. και σε όλη σχεδόν την ιστορική της διαδρομή, παρέμεινε σημαντικό αστικό κέντρο. Χάρη στη γεωγραφική της θέση, άλλωστε, αποτελούσε πνευματικό, εμπορικό και οικονομικό κέντρο της ευρύτερης περιοχής της, αλλά και σημείο επαφής και επικοινωνίας διαφόρων πολιτισμών.Εστιάζοντας σε στιγμές-ορόσημα και σε ιδιαίτερες πτυχές της ζωής της πόλης, στους έξι ορόφους του Λευκού Πύργου αναπτύσσονται θεματικές ενότητες που αφορούν την ίδρυση της Θεσσαλονίκης, τη θέση της στον γεωγραφικό χώρο, την πολεοδομική της εξέλιξη, σημαντικές στιγμές της ιστορίας της, την κομβική εμπορική της θέση στο σταυροδρόμι χερσαίων και θαλάσσιων δρόμων, το μωσαϊκό των κατοίκων της, καθώς και την πνευματική και πολιτιστική ζωή της. Το χρονικό πλαίσιο μέσα στο οποίο εντάσσονται τα θέματα της έκθεσης ξεκινά από την ίδρυση της πόλης και φτάνει, κατά περίπτωση, έως και το πρόσφατο παρελθόν της. Η νέα έκθεση στο μνημείο του Λευκού Πύργου, που από συγκυρία της τύχης αποτελεί το σύμβολο της Θεσσαλονίκης, δεν απευθύνεται μόνο στους επισκέπτες που επιθυμούν να γνωρίσουν την πόλη, αλλά πρώτα απ' όλα στους κατοίκους της.
Τείχη
Τα τείχη έσωσαν τη Θεσσαλονίκη τον 1ο π.Χ. αιώνα, όταν βάρβαρα Θρακικά φύλα πολιόρκησαν την πόλη, σύμφωνα με μαρτυρίες του Ρωμαίου ρήτορα Κικέρωνα, που το 58 π.Χ. βρέθηκε στη Θεσσαλονίκη εξόριστος από τη Ρώμη. Για να αντιμετωπισθεί ο κίνδυνος εκείνος, αναγκάσθηκαν οι Θεσσαλονικείς να κατασκευάσουν γρήγορα διάφορα οχυρωματικά έργα στην Ακρόπολη της σημερινής Άνω Πόλης και να επισκευάσουν σε πολλά τμήματα τα τείχη. Τα ασφαλή τείχη της πόλης έκαναν επίσης τους οπαδούς του Πομπήιου και άλλους συγκλητικούς, στην εποχή του εμφύλιου πολέμου των Ρωμαίων (49-48 π.Χ.), να καταφύγουν για προστασία στην πόλη που ήταν φύσει και τέχνη οχυρή.
Κατά τη Ρωμαϊκή περίοδο δεν έγιναν σοβαρά έργα στα τείχη της πόλης παρά μόνο συμπληρώσεις και συντηρήσεις των τειχών της Ελληνιστικής περιόδου. Ίσως μόνο γύρω στη Χρυσή Πύλη (σημερινή πλατεία Δημοκρατίας) να ανασκευάσθηκε το τείχος, καθώς το 42 π.Χ. τοποθετήθηκε εκεί τιμητική αψίδα για την υποδοχή των νικητών της μάχης των Φιλίππων Αντωνίου και Οκταβίου. Παρόμοιες επεμβάσεις έγιναν, στον ίδιο χώρο, τον 1ο μ.Χ. αιώνα, ενώ στα ανατολικά τείχη, στην περιοχή Κάμπος (Campos), πιστεύεται πως ο καίσαρας Γαλέριος διεύρυνε τον περιτειχισμένο χώρο της πόλης, για να δημιουργήσει το μεγάλο κτιριακό συγκρότημα των ανακτόρων του (αρχές 4ου μ.Χ. αιώνα).
Οι οχυρώσεις της Θεσσαλονίκης συμπληρώθηκαν αργότερα με σοβαρά έργα, κυρίως στο παραθαλάσσιο τμήμα, την εποχή του Μ. Κωνσταντίνου, όταν αυτός έκανε την πόλη βάση πολεμική κατά του γαμπρού του Λικιννίου (324 μ.Χ.). Τον ίδιο αιώνα επισκευάστηκαν τα τείχη της Θεσσαλονίκης με εντολή του αυτοκράτορα Ιουλιανού του Παραβάτη, για να αντιμετωπισθούν οι κίνδυνοι από τις συχνές επιδρομές των βαρβάρων.
Τα κυριότερα όμως οχυρωματικά έργα στη Θεσσαλονίκη έγιναν επί αυτοκράτορα Μ. Θεοδοσίου (379-395 μ.Χ.). Για μία ακόμη φορά τότε, η Θεσσαλονίκη έγινε προσωρινή έδρα του αυτοκράτορα, γιατί προσφερόταν γεωγραφικά και επιχειρησιακά στον πόλεμο κατά των επιδρομέων Γότθων. Επιγραφή που σώζεται στα ανατολικά τείχη αναφέρεται στη δραστηριότητα αυτή του Θεοδοσίου, ο οποίος ανάθεσε όλο το έργο στον ειδικό για οχυρώσεις πόλεων Πέρση Ορμίσδα: "....τείχεσιν αρρήκτοις Ορμίσδας εξετέλεσε την δε πόλι(ν)...."
Αξιόλογες εργασίες στα τείχη της Θεσσαλονίκης έγιναν και επί βυζαντινών αυτοκρατόρων Ζήνωνα (474-491), Αναστασίου Α΄ (491-518) και Λέοντα του Σοφού (886-912). Μετά την άλωση της πόλης από τους Σαρακηνούς Άραβες, το 904, που μπήκαν στη Θεσσαλονίκη από τα χαμηλά παραθαλάσσια τέιχη της, επί Ρωμανού Λεκαπηνού (919-945), υψώθηκαν τα τείχη της θάλασσας και η πόλη έγινε πιο ασφαλής.
Τμήμα των βυζαντινών τειχών της Ακρόπολης. Στο βάθος ο πύργος του Τριγωνίου (ή της Αλύσεως).
Όταν ο αυτοκράτορας Βασίλειος Β΄ Βουλγαροκτόνος (976-1025) έκανε τη Θεσσαλονίκη βάση στους πολέμους του κατά των Βουλγάρων, πραγματοποίησε πολλές συμπληρώσεις και επισκευές στα τείχη της πόλης. Ένα όμως τμήμα των ανατολικών τειχών, συνέχιζε να μένει σχετικά αδύναμο, παρόλο ότι στο σημείο αυτό χτυπούσαν οι επιδρομείς που έφταναν από τη θάλασσα. Αυτή την αδυναμία εκμεταλλεύτηκαν οι Νορμανδοί, για να μπουν στη Θεσσαλονίκη το 1185.
Γύρω στα 1230-1232 έγιναν νέες εργασίες στα βόρεια τείχη, στην Ακρόπολη. Τότε κτίζεται ο γνωστός πύργος του όπου υπάρχει η επιγραφή:
"Σθέν(ε)ι Μανουήλ του κρατίστου δεσπότου
Ήγειρε τόνδε πύργον (αυ). (σύν) τω τειχίω
Γεώργιος δουξ απόκαυκος εκ βάθρων
Σθέν(ει) Μανουήλ του κρατίστου (δεσπότου)".
Αργότερα, το 14ο αιώνα, καθώς η πόλη απειλείται από τους Καταλανούς, τους Σέρβους και τους Τούρκους, συμπληρώνονται τα παραθαλάσσια τείχη από το στρατιωτικό "λογοθέτη" της πόλης Υαλέο (1316), ενώ η λαϊκή κυβέρνηση των Ζηλωτών (1342-1349) φρόντισε και αυτή για την οχύρωση της πόλης.
Με την πτώση των Ζηλωτών, έρχεται στη Θεσσαλονίκη η αυτοκράτειρα Άννα Παλαιολογίνα, που επιμελείται την κατασκευή νέων οχυρωματικών έργων στα ανατολικά τείχη ανοίγοντας και δύο νέες πύλες προς την Ακρόπολη. Στην πύλη που βρίσκεται κοντά στον πύργο του Τριγωνίου (ή της Αλύσεως) υπάρχει η επιγραφή:
"Ανηγέρθη η παρούσα πύλη ορισμώ της κραταιάς και αγίας ημών
κυρίας και δεσποίνης κυράς Άννης της Παλαιολογίνης υπηρετήσαντος
καστροφύλακος Ιωάννου Χαμαετού... τω ςωξγ ινδικτιώνος Θ." (=1355).
Κατά την περίοδο της Βενετοκρατίας στην πόλη (1423-1430), έγιναν προσπάθειες για να ενισχυθεί η άμυνα της Θεσσαλονίκης με την εκτέλεση νέων έργων στα τείχη, καθώς οι Τούρκοι στένευαν τον αποκλεισμό της πόλης. Στην εποχή αυτή, κατά μία άποψη, ανάγονται οι δύο πύργοι που σώζονται στην πόλη σήμερα, ο Λευκός Πύργος κοντά στη θάλασσα και ο πύργος του Τριγωνίου στην
Άνω Πόλη. Παρόμοιοι πύργοι, πιο μικροί σε μέγεθος, υπήρχαν κατά τη βυζαντινή περίοδο σε όλη την περίμετρο των τειχών. Οι πύργοι αυτοί, που ονομάζονταν πρόβολοι, με σχήμα κάτοψης τετράγωνο, πολύγωνο, κυκλικό ή ημικυκλικό, έφταναν τους 70 όταν υπήρχαν όλα τα τείχη της πόλης.
Τα τείχη της Θεσσαλονίκης σχημάτιζαν ένα τετράπλευρο με δύο κάθετες προς τη θάλασσα πλευρές (ανατολικό και δυτικό τείχος) και δύο παράλληλες (παραθαλάσσιο τείχος και τείχος της Ακρόπολης, στο λόφο). Είχαν ύψος, κατά μέσο όρο, 10-12 μ. και ανάπτυγμα 8 περίπου χιλιόμετρα. Στο μεγαλύτερο μέρος τους υπήρχε, προς τα έξω, ένα άλλο τείχος, το έξω τείχος, ή έξω διατείχισμα, ή περίτειχον ή προτείχισμα, όπως το ονόμαζαν οι βυζαντινοί. Τα δύο τείχη είχαν σκοπό να δημιουργούν γραμμές άμυνας κατά των επιδρομέων, ενώ έξω από αυτά, για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, υπήρχε μία τάφρος που γέμιζε με θαλασσινό νερό και είχε ξύλινες γέφυρες που καταστρέφονταν κατά τις εμπόλεμες περιόδους. Τα τείχη, με φάρδος 10 περίπου πήχεις (4,60 μ.), είναι κατασκευασμένα με πέτρες και τούβλα -"ζωνάρια"- κάθε 2-3 μ., που πολλές φορές γίνονται και τόξα. Κοντά στις πύλες η κατασκευή των τειχών ήταν πιο επιμελημένη και χρησιμοποιούνταν πέτρινα και μαρμάρινα αγκωνάρια ή οπτοπλινθοδομές. Ακόμα, σε πολλά σημεία εντοιχίζονταν σπασμένα αγάλματα και αρχιτεκτονικά μέλη από ελληνικά κτίσματα, βωμούς και επιτύμβιες στήλες.
Γνωστές πύλες των τειχών της Θεσσαλονίκης ήταν: η πύλη της Ρώμης (κοντά στο Λευκό Πύργο), η Κασσανδρεωτική πύλη (στη σημερινή πλατεία Συντριβανίου), η Ληταία πύλη (στο δυτικό άκρο της οδού Αγίου Δημητρίου), η Ψευδόχρυση ή Νέα Χρυσή πύλη (στο ανατολικό άκρο της οδού Αγίου Δημητρίου), η Χρυσή πύλη (στη σημερινή πλατεία Δημοκρατίας ή Βαρδαρίου), η πύλη του Γιαλού (κοντά στη θάλασσα). Ακόμα γνωστή πύλη ήταν και αυτή της Άννας Παλαιολογίνας, που σώζεται και σήμερα στην
Άνω Πόλη, κοντά στον πύργο του Τριγωνίου.
Πάνω στην Ακρόπολη, όπου στρατοπέδευε η φρουρά της πόλης, υπήρχαν 14 μικρές πύλες που λέγονταν παραπύλια ή παραπόρτια και χρησίμευαν για στρατιωτικούς -κύρια- λόγους. Παρόμοιες μικρές πύλες υπήρχαν και στο παραθαλάσσιο τείχος.
Μέχρι το 1869 η Θεσσαλονίκη περιβαλλόταν από τα βυζαντινά της τείχη. Αμέσως μετά ένα μεγάλο τμήμα των τειχών κατεδαφίστηκε από τους Τούρκους στην προσπάθειά τους να εξωραϊσουν την πόλη.
Ομάδα 4 : Μπουμποπούλου Αναστασία, Μπούσιος Μάριος,
Μπουγιουκλή Ελένη, Ντεμουρίδης Αλέξανδρος

Δεν υπάρχουν σχόλια: